26 Μαΐ 2006

"Η Χαμηλή Φωνή - Τα Λυρικά Μιας Περασμένης Εποχής Στους Παλιούς Ρυθμούς" - Μια Προσωπική Ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη - Μέρος Α' (1990)


Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912)

Φάληρο

Είχε όλα της τα μάγια η νύχτα, μόνη
εσύ έλειπες. Αργά κινάω να φύγω,
μα ξάφνου στη μπασιά του μπαρ ξανοίγω
αυτοκίνητο να γοργοζυγώνει.

Μ’ ελπίδα σταματάω. Να το, πλακώνει
παραμερίζουν οι άλλοι. Άσειστος μπήγω
τη ματιά μου στη ματιά σου. Άλλο λίγο
ακόμα, και ο σωφέρ σου με σκοτώνει.

Αρχοντοπούλα μ’ άφταστα πρωτάτα.
με των εφτά νησιών τις χίλιες χάρες,
τετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα.

του θανάτου δε μ’ έπιασαν τρομάρες ?
γλυκύτατες με λυκώσανε λαχτάρες
να συντριφτώ κάτω από σε στη στράτα.

Ιωάννης Γρυπάρης (1870-1942)

Χωρισμός

Κ’ ήρθε μες στης αγάπης το μεθύσι
ο χωρισμός μιας πίκρα να μου βάλη
σαν και τούτη ? κι ακόμα πιο μεγάλη,
τη θάλασσα που μας έχει χωρίση.

Μια θάλασσα και στην καρδιά έχω κλείση,
που όταν ακούει το κύμα στο ακρογιάλι
το αιώνιο του παράπονο να ψάλλη,
έναν θρήνον αντίφωνο θ’ αρχίση.

Αντίφωνο ένα θρήνο κ’ ένα κλάμα
που κλαίοντας με τη θάλασσαν αντάμα
βουρκώνει πέρα ως πέρα το γιαλό.

Ως που στερνά της θάλασσας στον άμμο
ξεψυχούν οι καημοί ? και πάω και γω
τους πόνους μου τραγούδια να σου κάμω.


Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920)

Κι Όταν Φτάση η Άνοιξη..

Κι όταν φτάση η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και γυρίσουν τ' άνθη,
σαν έναν καιρό
θα σε περιμένω.

Κι όταν έρθη πάλι
και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό
θα σε περιμένω.

Μα όταν το φθινόπωρο
ξαναφτάση υγρό
και συννεφιασμένο,
θάρθω να σε βρω
δε θα περιμένω.

Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869-1943)

Αγάπη

Ας μη γυρίζει ο λογισμός στα χρόνια εκείνα πίσω.
Κάλλιο μια τέτοια θύμηση για πάντα να χαθή,
Ποιος ξέρει, τώρα θάτανε γραφτό να σ' αγαπήσω,
Και τόσο που καμμιά ποτέ δεν έχει αγαπηθή.

Κι αν έφυγεν η νιότη σου, που θλίβεσαι για δαύτη,
Ως για πουλί που πέταξε μάλλα μαζί πουλιά,
Περσότερο από μια άνοιξη τον έρωτά μου ανάφτει
Του χινοπώρου τάγγιγμα στα ωραία σου τα μαλλιά.

Κι ακόμα φτάνω ν' αγαπώ σ' εσέ μιαν άλλη εικόνα,
- Τ' ορκίζομαι στα μάτια σου που τόσο λαχταρώ, -
Τον ήμερο κι ανέφελο και το γλυκό χειμώνα,
Που στο χλωμό σου πρόσωπο μια μέρα θα θωρώ.

Και μάθε το, τις μελιχρές λαμπράδες του Δεκέμβρη,
Και τις φεγγαροσκέπαστες του Γενναριού ομορφιές,
Μήτε στις τρέλλες τ' Απριλιού κανένας θα τις εύρη,
Μήτε και στις μονότονες του Μάη καλοκαιριές..

Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)

Λυπημένα Δειλινά

Στης γειτονιάς της φτωχικής
Γυρίζει ο νους μου στα στενά,
Τα λυπημένα δειλινά
Στοχάζομαι της Κυριακής.

Μέσα στην κόκκινη αντηλιά
Το μαραμένο θηλυκό
Δίχως ελπίδα και μιλιά
Ποτίζει το βασιλικό

Κανείς διαβάτης δεν περνά
Κανένα αυτή δεν καρτερεί
Που στο μπαλκόνι ορθή φορεί
Το γιορτινό της το γκρενά.

Σα μοίρα κάθεται μια γρηά.
Στο φως μιας πόρτας ρημαδιού
Μακραίνει ο ίσκιος του παιδιού...
Καμπάνα ακούγεται μακριά.

Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932)

Το Χαμόγελο

Ωραία γυναίκα, το τρελλί το γέλιο σου διαβαίνει,
σα μάταιος ήχος και σκορπά, κι ούτε μια ηχό ξυπνά
στην ακατάδεχτη καρδιά, που αγάπη τήνε δένει
μ' αθώα χαμόγελα βουβά.

Μ' αυτά που δείχνουνε χαρά, με κάποια που σκεπάζουν
τον πόνο τους αμίλητον οι ευγενικές ψυχές,
μ' εκείνα, που μαραίνονται κρυφά και ξεθωριάζουν,
σ' αρχαίες εικόνες σκοτεινές.

Και μ' όσα ακόμα, ούτε αλαφρά δε σκίζουνε τα χείλη,
κι αστράφτουν μόνο στων ματιών βαθιά στη σιγαλιά,
ωσάν τ' αντιφεγγίσματα που απλώνονται το δείλι
στην πελαγίσιαν ερημιά...

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Αποχαιρετισμός

Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, κι ήσαν όλοι, γύρω, μόνοι,
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει.

Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλλοιμονό μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου.

Τη στιγμή του σταυρωμού μου, και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου...

Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου - κι όπως ήρθα και θα φύγω.

Τ' είναι τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
- κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μές στο θάνατό μου...

Ρώμος Φιλύρας (1889-1942)

Διαθήκη

Εγώ παρήλθα, τραγουδώντας τη χαρά,
τις έμορφες, τα ρόδα και τ' αηδόνια,
χορεύοντας και πίνοντας αδρά
ένιωσα απάνω στα μαλλιά τα χιόνια.

Στου κύπελλου το κατακάθι η συμφορά
κι' η στάχτη, που αψηφούσα τόσα χρόνια.
Τώρα στο κύμα τα πετώ, μακριά,
τώρα με λυώνουν πόνοι και τριζόνια.

Σε νότα και ρυθμό, στίχο μεστό
σ' ένα τραγούδι επόθησα να κλείσω
μιαν αρμονία, νόημα σωστό.

Μα δεν κατόρθωσα θεία να μιλήσω,
παλμό να δώσω και να συγκλονίσω
την άπειρη ψυχή του κόσμου σε σεισμό.

"Μια εκπληκτική ανθολογία του μεγάλου έλληνα ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Νεφέλη στα 1990. Είναι μια συλλογή-σπονδή στους ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου και στα λυρικά ποιήματά τους. Εδώ παρουσιάζονται οι οχτώ πρώτοι.
Όπως είπε και ο Τέλλος Άγρας : "Λυρισμός είναι ο δρόμος που φέρνει από το χειροπιαστό στο άπιαστο, από την ύλη στο μυστήριο της, από το πράγμα στην Ιδέα. Μα.. και το αντίθετο!"" Ν.Ι.Π.