22 Μαΐ 2006

"Οι Περιπέτειες του Τζο Άρνες -> Εκεί Που Πάγωσε ο Χρόνος : Ότι Απόμεινε Από Την Ευτυχία του Τζο Άρνες" - Μια Ιστορία του Ν.Ι. Πουλάκου (Ολοκληρωμένο)


"Μη τόπος, μη χρόνος. Παρελθόν και μέλλον σε σύγχυση. Επιβιώνει μόνο το αστρικό παρόν, ο μόνος δρόμος απόδρασης. Ο τελευταίος χαιρετισμός στου πλανήτες του Γαλαξία, λίγο πριν όλα γίνουν σκόνη. Το μόνο που απόμεινε σε αυτή την απελπισμένη πτήση είναι η έκκληση για ένα θεϊκό σημάδι, ένα μήνυμα από τον χειριστή της μοίρας, μια απροσδόκητη παρέμβαση.."

Στην αίθουσα αναμονής αποσκευών του ελληνικού αεροδρομίου, ένας ψηλός άντρας, με μακριά ατίθασα μαύρα μαλλιά, περιμένει απόλυτα ήρεμος την έλευση των δικών του πραγμάτων. Είναι στα μαύρα ντυμένος, sport σακάκι, προσεγμένο πουκάμισο με το ανάλογο παντελόνι και με τη κλασσική ζώνη με την ασημί αγκράφα. Οι καουμπόικες μπότες, του δίνουν έναν αέρα απελευθερωτικό, ασυμβίβαστο, χωρίς πρέπει και μη. Κάποιος του είχε πει ότι τα παπούτσια σκιαγραφούν τη προσωπικότητα του ανθρώπου που τα φορά, και αυτός το πήρε πολύ στα σοβαρά. Έγινε ψυχολόγος υποδημάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να βρει αυτά που του ταιριάζουν πραγματικά. Πάντοτε είχε εμμονές με τα μικροπράγματα που του γλυκαίνουν την ζωή.


Επιστρέφουμε στην αίθουσα αναμονής. Οι βαλίτσες του αργούν, είναι μάλλον από τους τελευταίους. Κάνει το τελευταίο τσιγάρο Camel που του έχει απομείνει στο μαλακό πακέτο, που του άρεσε πάντα να αγοράζει. Η ίδια μάρκα τσιγάρων από τα λυκειακά του χρόνια, όταν έβλεπε τα πρώτα του western από τον John Ford και τον Sergio Leone. Μια γλυκιά κοπέλα παραδίπλα του ζητά φωτιά. Της ανάβει το τσιγάρο και του χαμογελά πονηρά. Εκείνος όμως δεν αντιδρά, όπως θα έκανε συνήθως. Η επιστροφή του μετά από τόσα χρόνια στον τόπο που πληγώθηκε ήταν για αυτόν δύσκολη. Ας όψεται η καριέρα -που ανοιγόταν μπροστά του- και οι γονείς του, που τόσο του είχαν λείψει. Η πτήση που είχε πάρει σχεδόν μεθυσμένος από το Καράκας κάποιες μέρες πριν, ήταν κάτι που πάλευε μέσα του καιρό τώρα. Αλλά το μεσκάλ λειτούργησε πολύ φαίνεται, κι ας ήταν νοθευμένο κι όχι αυθεντικό όπως το έπινε ο ήρωάς του, ο Geoffrey Firmin. Ούτε κι ο ίδιος δεν ξέρει πόσες μέρες ταξίδευε, ήταν τόσο χάλια ψυχολογικά, που τα χάπια που του είχε δώσει εκείνος ο περίεργος μιγάς στο μπαράκι τότε, το βράδυ πριν τη πτήση για μόλις ένα δολάριο, τον είχαν κάνει να ταξιδεύει σε έναν μη τόπο, μη χρόνο.

Επιτέλους οι αποσκευές του έφτασαν. Δυο μαύρες δερμάτινες βαλίτσες γεμάτες αναμνήσεις χρόνων. Τοποθετεί τα γυαλιά ηλίου του στο στέρνο του. Είναι έτοιμος να μυρίσει έναν αέρα, που είχε υποσχεθεί κάποτε να μην ξαναμυρίσει ποτέ. Εκείνο το βράδυ, που γυμνός από συναισθήματα και με μια καρδιά να πάλλεται μεταξύ ζωής και θανάτου, είχε γευτεί το τελευταίο ποτό από εκείνον τον θηλυκό διάβολο.. Τι σκέφτεται πάλι! Βρίσκεται στο αίθριο του αεροδρομίου. Κοντοστέκεται πριν πάει στον χώρο στάθμευσης, στον οποίο η αδερφή του τον είχε ενημερώσει, ότι είχε αφήσει τον αγαπημένο του σκαραβαίο, πιο καινούριο από ποτέ. Βαριανασαίνει. Δεν αντέχει, κι όμως. Τόσα χρόνια μετά, τόσες λίγες στιγμές μαζί της, τόσο έντονα συναισθήματα. Ούτε και με τον χρόνιο εφηβικό του έρωτα έτσι! Ήταν η τελευταία του ελπίδα για να μείνει στον άχρωμο τόπο που ζούσε. Να γευτεί τον αστείρευτο έρωτα που τόσο επιθυμούσε. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, τόσες εμπειρίες, τόσες γυναίκες, τόσες αυτοκαταστροφές, τόσες ευκαιρίες να την ξεχάσει. Κι όμως.. Είχε ξεχάσει τον τόπο του καθώς προχωρούσε στο αμάξι. Του φαινόταν ξένος. Ένιωθε ξένος. Ένιωθε αναλώσιμος για μια ακόμη φορά.

Πλησιάζει τον χώρο στάθμευσης. Παρατηρεί ένα ζευγάρι να διαπληκτίζεται. Νοσταλγεί. Πόσο καιρό έχει να κάνει κάτι τέτοιο.. Μια γυναικεία γκρίνια, ένα μήνυμα, ένα "σ' αγαπώ", ένα "μου έλειψες", ένα "μωρό μου", ένα ερωτικό καβγαδάκι γιατί "κοίταξα μια άλλη".. Χρόνια! Κι όμως τη θέλει ακόμα.. Που να 'ναι άραγε; Τι να κάνει; Eίναι ακόμα ερωτευμένη με αυτόν ή κάποιος τυχερός αγγίζει τα χείλη του στα απαλά, τα τρυφερά, τα δικά της χείλη, τα σχεδόν μωρουδίστικα που τα λάτρεψε από τη πρώτη στιγμή και τα χάρηκε τόσο λίγο. Βρίσκει το αγαπημένο του κατσαριδάκι. Ίδιο όπως τότε. Να γυαλίζει το μαύρο του τρίχωμα, να λαμπυρίζουν τα μαύρα του δερμάτινα καθίσματα και το cd player, που του είχε πάρει δώρο ο θείος του ο ροκάς, ο Θού, να παίζει αιώνια τη φωνή που λάτρεψε όσο καμία άλλη : Barry White και Love Song για κείνην, στο δρόμο προς το αεροδρόμιο από αυτή τη πλατεία των δυτικών προαστίων που του ζήτησε να φύγει - τότε ξημερώματα Σαββάτου- γιατί "δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή".. Αχ! αναφωνεί. Θυμάται πως έφυγε από αυτό το σημείο και πως γύρισε. Είναι πλέον ο Τζο Άρνες, ο τελευταίος της "γκόνζο" δημοσιογραφίας, που γυρνάει τον κόσμο και γράφει για αυτά που βιώνει, που ζει μέσα του, που μάχεται για τα ιδανικά του, που πίνει τα λεφτά του, που καπνίζει τα πνευμόνια του, που "φτιάχνει" το μυαλό του για να μη θυμάται όταν δεν πρέπει αυτά που δεν πρέπει, που τρέχει να προλάβει τη τελευταία καρδιά που του δόθηκε, που τρέχει να προλάβει να δώσει και τη δική του, που εκσπερματώνει σε γυναικεία κορμιά που δε θέλει αλλά και θέλει χωρίς πάλι να θέλει τόσο ώστε να δώσει τη καρδιά του εκεί που καταλήγουν τα υγρά του. Για αυτόν ο έρωτας είναι σπέρμα και αγάπη μαζί. Άρα τι ψάχνει; Αυτό το ελάχιστο που ένιωσε τότε, που έχασε γρήγορα, που δεν ξεχνά ποτέ..

Μπαίνει στο αμάξι που τόσο λάτρεψε και τόσο τον συντρόφεψε σε όλες του τις ευτυχισμένες στιγμές, είτε αυτές του προκαλούσαν γέλιο, είτε απέραντη θλίψη σε μια Ανταρκτική χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Βάζει μπροστά τη μηχανή. Ακούει τον ήχο της. Θυμάται τότε :"σήμερα, η ζωή μου όλη σήμερα, χθες αλλιώτικα σκεφτόμουνα, το αύριο ονειρευόμουνα.. η ζωή που περνά και χάνεται, η στιγμή που ποτέ δε πιάνεται, μάτια μου.. μια στιγμή και μ' αφήνεις μόνον μου, να σε δω κι ας τελειώσει ο χρόνος μου". Σκέφτεται τη δική του μούσα, όπως και ο Καβάφης. Την δική του, τη Λου του. Λου την έλεγαν. Την λένε; Τότε που είχε παγώσει ο χρόνος για αυτόν, που σκεφτόταν εκείνη, με το υπέροχο χαμόγελο.. Ναι, εκείνο που τα γλυκά της ουλάκια φαίνονταν, τα μικρά της δοντάκια ξεπρόβαλαν ξαφνικά. Τα λάτρεψε, έστω και λίγο. Το λάτρεψε έστω και λίγο το χαμόγελο της Λου. Κάπου εκεί πάγωσε οριστικά ο χρόνος, πριν τόσα χρόνια στις 14 του Απρίλη..

"Θες στ' αλήθεια; Ναι.. Να φτιάξω μια ιστορία για μένα! Αυτό που μου έμαθε η αιώνια ματιά μου θέλω να το μεταλλάξω, να διατηρήσω ένα βλέμμα, μια κραυγή, μια ξινή μυρωδιά. Είμαι πολύ καιρό απ' έξω. Πολύ καιρό απών. Πολύ καιρό έξω από τον κόσμο. Άσε με να μπω στην ιστορία του κόσμου έστω και για να κρατήσω ένα μήλο! Κοίτα αυτά τα φτερά, εκεί, στο νερό ήδη εξαφανίστηκαν. Κοίτα, τα σημάδια στην άσφαλτο και η γόπα, ο αρχέγονος ποταμός έχει ξεραθεί και μόνο οι σημερινές στάλες βροχής τρέμουν ακόμα. Κάτω ο κόσμος, πίσω από τον κόσμο!"

Το μαύρο γυαλιστερό κατσαριδάκι κατευθύνεται στη δεξιά λωρίδα αυτού του μεγάλου αυτοκινητόδρομου, που θυμάται ο Τζο, ότι φτιάχτηκε κάποια περίοδο μεγάλης οικονομικής ακμής για τη χώρα του. Ποια; Ποιανού; Είχε από καιρό αποποιηθεί οποιαδήποτε ταυτότητα, που να τον ορίζει πολίτη σε μια χώρα. Είχε ξεχάσει, τον είχαν ξεχάσει. Οι πιο πολλοί τουλάχιστον, του γύρισαν τη πλάτη, μετά και την ιστορία του στο Ναϊρόμπι λίγα χρόνια πριν. Δεν τον πολύ-ένοιαζε όμως. Γύρισε πίσω για ορισμένα πράγματα, παρολαυτά είναι μάταιο να μη σκέφτεται όλα αυτά που τον έχουν πονέσει!

Βλέπει τη ταμπέλα : "Έξοδος 9..". Τι θυμήθηκε πάλι! Εκείνο το καυτό πρωινό του Ιουλίου, που με έναν φίλο του διέσχιζαν αυτή την έξοδο, μετά από ένα πολύωρο ταξίδι γεμάτο ουσίες απ’ τα βόρεια, εκείνη τη παραθαλάσσια πόλη που παραθέριζαν για καιρό, όταν ένα τηλεφώνημα τους καλούσε σε κάποιο όμορφο νησί. Ανοίγει το ράδιο, το βλέπει που ξαφνικά φωτίζεται. Παίζει με τους σταθμούς για να παρατηρήσει αν κάποιοι έχουν παραμείνει στον αέρα από τότε.. Ακούει μια βαριά φωνή, αντρική, στην ιταλική γλώσσα, να αναφωνεί : ".. felicita..". Κι όμως ναι..

«Ήταν σε εκείνο τον υπέροχο χώρο των βιβλίων και των τεχνών στο κέντρο της πόλης. Είχαν μόλις δει μια ταινία για τον Θεό, τον άνθρωπο, την εκδίκηση, την αγάπη, σε έναν σινεφίλ κινηματογράφο. Του πρότεινε να πάνε μετά εκεί, και αυτός δέχτηκε. Δε μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα, απολύτως τίποτα. Ήταν κάτι σαν ορμή από τα βάθη της ψυχής του, που του έλεγε να μην αντιστέκεται απέναντί της. Σε καμιά περίπτωση. Δεν του είχε ξανατύχει ποτέ πριν παρόμοιο συναίσθημα! Θυμάται ακόμα ότι ανέβαιναν τα μαρμάρινα σκαλιά αυτού του χώρου για να πάνε στο καφέ-εστιατόριο που διέθετε, και της αναπαρίσταναι με παιδική χαρά, την αγαπημένη του σκηνή, στον ίδιο χώρο, που είχε δει σε μια ταινία λίγο καιρό πριν. Εκείνη γελούσε και το απολάμβανε, κρατώντας στα χεράκια της πάντα την κατάλληλη τσάντα, κάνοντάς την μια μικρή κουκλίτσα..»

Το τραγούδι τελειώνει και ο Τζο, αυτός ο περίεργος τύπος που νομίζεις ότι μόλις έχει γυρίσει από κάποιον ακατανόητο προορισμό, ανασύρει στη μνήμη του όλο και πιο έντονα τις σκηνές από εκείνο το πρώτο, ερωτικό βράδυ του με την Λου..

«Μόλις είχαν παραγγείλει μερικές υπέροχες -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια- λιχουδιές και έπιναν τις πρώτες γουλιές από τις παγωμένες μπύρες τους. Εκείνος προσπαθούσε να κάνει τα πάντα για να την εντυπωσιάσει. Εκείνη πάλι προσπαθούσε συνεχώς να τον προσγειώνει, όπως συνέβη και σ' όλες τις προηγούμενες φορές που είχαν συναντηθεί. Του έλεγε και τη προσωπική της περιπέτεια, για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της. Όμως αυτός είχε σκοπό να τη κερδίσει και τίποτε άλλο. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχε να νιώσει ότι πετάει στα σύννεφα. Είχε καιρό, αν όχι ποτέ του, να δει έναν φτερωτό άγγελο μπροστά του να του προσφέρει ένα κάψιμο στα χείλη, έναν δυνατό χτύπο στην καρδιά, ένα ακαριαίο θάνατο λίγων λεπτών με μόλις ένα βλέμμα. Φανταζόταν ότι αν είχε περάσει μαζί της ακόμα πιο πολλά, ίσως η καλύτερη λύση να μην ήταν η φυγή του, αλλά κάτι διαφορετικό.. Λίγο σκοτεινό, λίγο μακάβριο.. Ένα εβένινο κρεβάτι με λίγα κρίνα πάνω του ίσως! Την ακούει να γελάει δυνατά, να απολαμβάνει αυτό που συνέβη εκείνη τη στιγμή. Είχε μόλις κάνει το ?κομμάτι? του στον σερβιτόρο, μόνο και μόνο για να κρατήσει ένα λεπτό αιώνιας χαράς στα μάτια του, βλέποντας αυτήν της την αντίδραση. "- Εεεε.. Συγνώμη, ένα λεπτό μόνο! Μήπως έχετε κάποιο κερί; Θέλω, ξέρετε, να κάνω ερωτική εξομολόγηση, εδώ, στην δεσποινίδα και θέλω ατμόσφαιρα. - Δυστυχώς, φίλε, δεν έχουμε, μα δεν σε φοβάμαι εσένα έχεις το κατάλληλο στυλάκι για αυτό που θες. - Το "παίζει" δύσκολη όμως, πρέπει να κάνω κάτι για αυτό. - Δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι..". Είχε μόλις λυγίσει η πρώτη της αντίσταση. Θα τα κατάφερνε, το πίστευε. Την ήθελε τόσο! Παίζει μαζί της, με μια στιχομυθία για το φιλί. Αυτή μπλοκάρει. Ακούγεται μια βαριά, αντρική φωνή, στην ιταλική γλώσσα : "..felicita..". Ένα κόκκινο φως πέφτει στο πρόσωπό της, εκείνος χαμογελά από ευτυχία. Την πλησιάζει, εκείνη κοντοστέκεται, εκείνος την αγκαλιάζει όλο πάθος και την φιλά βαθιά. Την κρατάει να μη του φύγει. Δε θέλει να του φύγει, είναι ευτυχισμένος τώρα. Του λέει "τι μου έκανες τώρα..", της απαντάει με ένα φιλί.»

Εκεί πάγωσε ο χρόνος της ευτυχίας στο μυαλό του, σε εκείνο το φιλί. Δε μπορεί να θυμηθεί αν πότε ξανά ένα φιλί, τον είχε βυθίσει στο πυθμένα της φαντασιακής ευτυχίας τόσο πολύ.. Ο Τζο Άρνες έφτασε μόλις στο πατρικό του. Διαπιστώνει ότι του έχει ξεφύγει ένα δάκρυ ή μήπως ήταν πάντα εκεί, παγωμένο όπως οι αναμνήσεις του για την Λου, χρόνια τώρα;

"Όταν ένας άντρας αγαπάει κάποια γυναίκα, δε μπορεί να έχει το μυαλό του πουθενά αλλού. Θ' αλλάξει τον κόσμο για το καλό που βρήκε. Αν είναι κακιά εκείνος δεν το βλέπει, λάθος εκείνη δε μπορεί να κάνει. Γυρίζει την πλάτη στους φίλους, αν την κακολογήσουν. Ξοδεύει και την τελευταία του δεκάρα, προσπαθεί να κρατήσει αυτό που χρειάζεται. Είναι έτοιμος να αφήσει όλες του τις ανέσεις και να κοιμηθεί στη βροχή, αν εκείνη του πει ότι εκεί πρέπει να γίνει.. Σου έδωσα όλα όσα είχα, για να κρατήσω εσένα, την πρώτη μου αγάπη. Μωρό μου, σε παρακαλώ, άσχημα μη μου φέρεσαι. Όταν ένας άντρας αγαπάει κάποια γυναίκα, δε μπορεί να έχει το μυαλό του πουθενά αλλού."

Κάθεται στο καμαράκι των εφηβικών και φοιτητικών του χρόνων. Εκείνο που τον συντρόφεψε στις πρώτες δύσκολες στιγμές της επανάστασής του. Εκείνο που έκρυψε τους έρωτες του. Εκείνο που θυμάται τη πρώτη φορά που έκανε έρωτα, που έκλαψε για την εφηβική του αγάπη, που έκανε χόρτο, που ήπιε και έμεινε αναίσθητος για ώρα, που άκουγε Barry White βλέποντας τον έναστρο, καλοκαιρινό ουρανό της Αθήνας παρέα με τους μικρούς έρωτές του, την Ζυλ και την Μο. Του φαίνονταν όλα τόσο περασμένα, μα συνάμα τόσο νοσταλγικά και γλυκά που ήταν έτοιμος να πεθάνει και να αναστηθεί -όπως ο Ιησούς, στον οποίο καθόλου δεν πίστευε- ταξιδεύοντας σε εκείνα τα άδολα χρόνια, εκείνα τα γεμάτα έρωτα και χαμόγελα και δίψα για κάτι αιώνιο και παντοτινό, για μια γυναίκα με μάτια να λαμπυρίζουν, για έναν κόσμο που θα κυριαρχεί η ειρήνη και η αδελφοσύνη, για μια ζωή που θα πίνεις και θα γελάς, που θα συνουσιάζεσαι και θα κλαις από ηδονή.

«"..I can take my eyes of you, i can take my mind of you..", τραγουδούσε ο σκαραβαίος, καθώς έσκιζαν τον γλυκό, ανοιξιάτικο αέρα, εκείνον τον νυχτερινό που τον ερωτεύεσαι και παράλληλα ερωτεύεσαι όλο και πιο πολύ τα μάτια που έχεις απέναντί σου, είτε είναι μαύρα, καστανά, μελί, γαλάζια ή πράσινα. Η Λου καθόταν στο κάθισμα του συνοδηγού. Του κρατούσε το χέρι, του το χάιδευε με τόση τρυφερότητα. Την κοίταζε και έλιωνε. Σε κάθε φανάρι τη φιλούσε όλο και πιο πολύ. Ευχόταν, σχεδόν, να συναντούσαν μόνο "κόκκινα" μέχρι τον προορισμό τους. Να την φιλούσε όλο και πιο πολύ, όλο και πιο έντονα, μέχρι να την κουράσει και να τον σιχαθεί. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου να ακολουθήσει κάποια συγκεκριμένη τακτική, προκειμένου να ?κολλήσει? μαζί του, όπως έκανε με τόσες άλλες, όπως γίνεται κάθε φορά στο ξεκίνημα των σχέσεων, με σκοπό εκείνο το μίζερο χέρι εξουσίας που πρέπει να έχει κάποιος από τους δύο. Ούτε ήθελε να της προσποιηθεί κάποιον άλλον, ούτε να της πει εκείνα τα μικρά ψεματάκια -το αλατοπίπερο για να σε θαυμάσει και να σε ερωτευτεί το πρόσωπο που σε ενδιαφέρει-, ούτε να κρατήσει κάποια απόσταση επειδή ήταν ακόμη αρχή, ούτε τίποτα από όλα τα καθιερωμένα κάθε φορά. Ήξερε κάτι απλό : την ήθελε σαν τρελός. Του είχε κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση στα εσώψυχά του, που δεν λογάριαζε τίποτα. Θα τα έλεγε όλα τόσο χύμα και τσουβαλάτα, που σιγά-σιγά διαπίστωνε ότι δεν λογάριαζε ούτε και την συμπεριφορά της ίδια της Λου. Τόσο λαχταρούσε να τα βγάλει όλα από μέσα του και να της τα δώσει απλόχερα, κι ας κόμπλαρε η ίδια και ας μπερδευόταν κι ας οτιδήποτε.

Έφτασαν εκεί που δεν έπρεπε όμως. Όταν ο Τζο φτάνει στον προορισμό του, ακόμη και για τις πιο απλές αποστάσεις, ένιωθε ένα απέραντο κενό. Πάντα του άρεσε η διαδρομή, ποτέ το τέρμα. Για αυτό και δεν ολοκλήρωνε ποτέ τίποτα στην ζωή του. Για αυτό και στα ταξίδια, του άρεσαν οι διαδρομές για το "μέρος" -το πήγαινε και το έλα-, ποτέ αυτό καθαυτό το "μέρος". Για αυτό και του αρέσει ο θάνατος, εκείνοι οι μικροί θάνατοι στους οποίους επιδίδεται καθημερινά, γιατί απολαμβάνει το ταξίδι της ψυχής του στον Άδη, στον Παράδεισο ή στην Κόλαση. Και εύχεται αυτό το ταξίδι να είναι μακρινό, γιατί ξέρει πολύ καλά ότι εκεί όταν βρεθεί θα θέλει να ξαναπεθάνει.. Έτσι λοιπόν, όταν την έβλεπε να απομακρύνεται από τον μικρό, μαύρο σκαραβαίο του, ένιωθε κάτι περίεργο. Ότι δεν θα την ξαναένιωθε στην αγκαλιά του, ότι δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ τα μάτια της, ότι τον πρόδιδε και του έπαιρνε πίσω αυτό το ελιξίριο ευτυχίας που του χάρισε λίγες ώρες πριν.

Τον καληνύχτισε και τον φίλησε σχεδόν ηδονιστικά. Ένιωσε ένα ρίγος, μια αίσθηση απεραντοσύνης της χαράς, ένα ζεστό άγγιγμα στην καρδιά. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το αγαπημένο του καμαράκι. Καθώς απομακρυνόταν, την παρατηρούσε ότι του χαμογελούσε μέσα από το θαμπό τζάμι του παραθύρου της. Ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που όμως έκρυβε κάτι βαθύτερο, όπως κατάλαβε εκ των υστέρων, που θα τον συνέθλιβε και θα τον έκανε να φύγει μια.. όχι όμως και για πάντα, όπως τελικά αποδείχθηκε. Σε εκείνο το χαμόγελο πάγωσε ο χρόνος για τον ηρώα μας. Τον άνθρωπο που μπορείς να λατρέψεις και να μισήσεις ταυτόχρονα. Τον άνθρωπο που λατρεύει να ερωτεύεται και αγαπά το να μισεί τρυφερά κάποια γυναικεία ύπαρξη, που τον έχει συνεπάρει. Αυτόν τον ψηλό άντρα με το στραβό τσιγάρο στην άκρη του στόματός του, που κοιτώντας τον θεωρείς ότι ο διάβολος τον έχει κυριεύσει και του έχει υποδείξει να λατρεύει τον Θεό. Τον Τζο Άρνες, που όταν είδε το χαμόγελο της Λου, έκλαιγε σα μικρό παιδί μέχρι να πιει το αγαπημένο του southern στο μπαλκόνι του σπιτιού του, ώστε να κάνει ένα γλυκό, θανατερό ταξίδι στον Μορφέα.. μέχρι την επόμενη μέρα, τότε που η χώρα του, του θύμιζε μια Ανταρκτική, και αυτός έπρεπε να πάει στην έρημο ώστε να μην κρυώνει από το μίσος της αγάπης που έζησε..».

"Γεννηθήκαμε σ' έναν ερειπωμένο κόσμο. Οι πόλεμοι είχαν τελειώσει. Γεννηθήκαμε μετά τη δόξα, μετά τα ιδανικά. Θρησκεία μας ήταν η απελπισία και πάθος μας η περιφρόνηση. Οι γυναίκες φορούσαν λευκά σαν νύφες, κι εμείς, παιδιά του αιώνα, ντυμένα στα μαύρα σαν ορφανά, τις κοιτούσαμε με άδεια χέρια και τη βάσφημία στα χείλη. Ζούσα σ' αυτή την έρημο, ντυμένος το μανδύα του εγωϊσμού, όταν ξαφνικά.. την συνάντησα!"

Το ξημέρωμα τον βρίσκει αποκοιμισμένο στη πολυθρόνα της βεράντας του. Με τον ήλιο να του φωτίζει το πρόσωπο και με εκείνο το δροσερό καλοκαιρινό αεράκι του ξημερώματος να διαπερνάει το ταλαιπωρημένο -από καταχρήσεις- κορμί του. Ανοίγει τα μάτια του απότομα, κάπως βάναυσα εξαιτίας εκείνης της ηλιαχτίδας που καρφώνεται κατευθείαν εκεί. Ένα άδειο μπουκάλι κυλάει δίπλα από τα πόδια του. Το τασάκι είναι γεμάτο από αποτσίγαρα και στάχτες. Κοιτάζει το πακέτο και παρατηρεί ότι του έχει απομείνει ένα τελευταίο, στραβοκαμωμένο τσιγάρο. Εκείνη τη στιγμή ρίχνει ένα βλέμμα στην Αθήνα, που απλώνεται στα πόδια της θέας του, και βαριανασαίνει.. Με το ασημένιο zippo του ανάβει εκείνο το καταραμένο τσιγάρο και συνάμα προσπαθεί να αποσπάσει μια τελευταία γουλιά από το μπουκάλι με το ουίσκι. Αυτό ήταν. Ξύπνησε για τα καλά τώρα. Ήταν ώρα για μια βόλτα στο κέντρο και μια συνάντηση με τους καινούριους του εργοδότες.

Το μαύρο σκαραβαίο διασχίζει τους δρόμους του κέντρου μετά από πολλά χρόνια. Είναι σχεδόν άδειοι. Όλοι είναι διακοπές βλέπεις. Διακοπές ε; Είχε ξεχάσει και αυτόν τον όρο. Αφού πίστευε πως όλα αυτά τα χρόνια κάτι σαν σε διακοπές ζούσε. Το κέφι του έκανε και παράλληλα δούλευε στους δικούς του ρυθμούς ίσα-ίσα για να βγάζει τα ποτά, τα τσιγάρα και τα κεράσματα στις γυναίκες που κάθε βράδυ του έκαναν συντροφιά. Και αν δεν είχε και αυτές δεν ήξερε τι θα έκανε. Ήταν ένα καλό ακροατήριο, πέρα από όλα τα άλλα. Εντελώς ξένες με όλη τη σημασία της λέξης προς αυτόν, τους έλεγε τα όνειρα του, καυχιόταν για τα επιτεύγματα του στις δημοσιογραφικές αποστολές που διεκπεραίωνε, έκλαιγε στο στέρνο τους για τους χαμένους έρωτές του.. Ναι, ναι, ιδίως για αυτόν τον τελευταίο..

«Το επόμενο πρωί τον βρήκε ξύπνιο από πολύ νωρίς. Χωρίς να είχε κάτι να κάνει. Απλά ήταν τόσο γεμάτος από υπερένταση εξαιτίας της προηγούμενης νύχτας, είχε τόση ενέργεια συγκεντρωμένη μέσα του από την ευτυχία που κατέκλυζε το κορμί του, που ένιωθε πως θα μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο μέσα σε λίγα λεπτά. Ο έρωτας ε; Πόσο δυνατό μπορεί να σε κάνει. Πόσο Θεός μπορείς να είσαι για όσο διαρκέσει. Πόσο ψύχραιμα και καθαρά και προπάντων με το χαμόγελο στα χείλη, σα πεντάχρονο παιδάκι, μπορείς να αντιμετωπίσεις οτιδήποτε μπορεί να σου παρουσιαστεί εκείνη τη στιγμή. Θυμάται ακόμα, ότι ντύθηκε βιαστικά και έτρεξε γρήγορα για να πιει έναν καφέ σε εκείνη την αναρχική πλατεία του κέντρου. Όταν έφτασε εκεί, έπινε τον αγαπημένο του φραπέ, κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, πείραζε συνεχώς τις σερβιτόρες, που ήταν καλές του φίλες από τα χρόνια του πανεπιστημίου, γελούσε δυνατά και απολάμβανε όσο τίποτε άλλο αυτή την ευτυχία. Είχε ήδη μιλήσει δύο φορές με τη Λου. Του είχε στείλει και μήνυμα. Του μιλούσε και στο τηλέφωνο γλυκά, που τον έκανε να λιώνει όλο και πιο πολύ. Αλλά αυτός δεν είχε ανάγκη. Είχε βρει την δική του όαση μέσα σε αυτήν καυτή έρημο των χρόνων που διένυσε. Όταν την έβλεπε να χαμογελά, φτερούγιζε τόσο πολύ η ψυχή του που νόμιζε ότι απογειώνεται για κάπου μακριά, σε μια χαμένη Ατλαντίδα ερωτευμένων ψυχών. Γύρισε σπίτι του. Είχε συνάντηση για ούζα με τον αγαπημένο του ξάδερφο. Έναν παράξενα ωραίο τύπο, με τη δική του ιστορία στον χώρο της αυτοκαταστροφής, για εκείνους τους σκληρούς ανθρώπους, που αποκαλούνται γυναίκες. Αν και έπεσε η διάθεση του, όταν του αρνήθηκε μια απογευματινή συνάντηση λίγο πριν αναχωρήσει για τη δουλειά της, είχε μια βραδινή κάλυψη ενός μουσικού γεγονότος κάποιου φεστιβάλ, σε κάθε του γουλιά, κάθε σταγόνα που άγγιζε το λαρύγγι του, ένιωθε ότι έβλεπε το πρόσωπο της, ότι όλος του ο κόσμος εκείνη τη στιγμή ήταν δικός της. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε με μπόλικη παρέα, άφθονο γέλιο και πολλές συζητήσεις. Τότε άρχισαν και τα πρώτα πειράγματα των φίλων του, όταν έκατσαν στο στέκι τους για ένα κρασί. Τον χαζό-ενοχλούσαν και μειδιούσαν μαζί του, όταν ο Τζο έκανε μια κίνηση που δύσκολα θα έκανε άλλες εποχές. Αρνήθηκε να ακολουθήσει την Άνι, σε μια ακόμη υγρή συνάντηση στο δωμάτιό της, από τις πολλές που είχαν κατά καιρούς. Εκείνη νευρίασε, οι φίλοι του χαίρονταν που τον έβλεπαν ερωτευμένο τελικά και εκείνος έτρεχε για να προλάβει να πει στην Λου του ?καλή δουλειά?. Η εικόνα του ήταν γενικά τελείως χαζοχαρούμενη. Ανέβλυζε όμως έναν ερωτισμό και μια διάθεση για ένα ατελείωτο παιχνίδι.

Ενώ περιφερόταν από μπαρ σε μπαρ με τους φίλους του κάνοντας τρέλες, του καρφώθηκε στο μυαλό μια ιδέα. Προμηθεύεται μια αγαπημένη του ορχιδέα και κατευθύνεται σε εκείνη τη πλατεία, που πρωτοσυνάντησε λίγο καιρό πριν το ερωτικό χαμόγελο της Λου. Ήταν τόσο χαρούμενος που θα την έβλεπε έστω και για λίγα λεπτά, πριν κοιμηθεί κατάκοπη από τη δουλειά. Και ένα δευτερόλεπτο να ήταν δίπλα της, νόμιζε πως διένυε μια αιωνιότητα. Ήταν απερίγραπτη η κατάστασή του! Κάπου εκεί όμως αρχίζει η κατάσταση να μυρίζει κατακλυσμό. Παρατήρησε κάτι μαύρα σύννεφα να περιφέρονται πάνω από το κεφάλι του. Η Λου δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα, ούτε καν στα μηνύματά του. Και ξαφνικά έχασε το κόσμο κάτω από τα πόδια του..»

Ο Τζο έχει κάτσει στην ίδια καφετέρια με τότε. Μόνο που τώρα είναι τελείως αλλαγμένη. Δεν έχει και κανέναν γνωστό. Είχε προλάβει όμως να γνωρίσει τον καινούριο του αρχισυντάκτη, με τον οποίον συμφώνησαν σε ότι θέματα συζήτησαν. Και το κυριότερο; Ανέλαβε την πλήρη κάλυψη κάθε αποστολής του δημοσιογραφικού οργανισμού στο εξωτερικό, καταφέρνοντας αυτό που ήθελε : και να βρίσκεται στην χώρα του μερικές μόνο μέρες τον χρόνο και να συνεχίζει τις ατελείωτες ονειροπολήσεις του, περιδιαβαίνοντας τον κόσμο. Επιτέλους η χρόνια δημοσιογραφική του πάλη αναγνωρίζεται και στη χώρα του. Και αυτή τη φορά έχει και όσα χρήματα θέλει ώστε να πίνει όχι μόνο τον Βόσπορο αλλά και τη λίμνη της Κουανουαουάκ, το αγαπημένο μέρος του Πρόξενου, του ηρώα του Malcom Lowry. Διαβάζει την εφημερίδα του..

«Μπροστά από τα μάτια του πέρασε το αμάξι της Λου. Δίπλα της καθόταν ένας άντρας. Ο Τζο έμεινε για λίγες στιγμές αποσβωλομένος. Με γρήγορες κινήσεις πέταξε την ορχιδέα σε μια περαστική και μπήκε στον σκαραβαίο του. Ακολούθησε διακριτικά το αμάξι της Λου. Το έβλεπε να σταθμεύει σε έναν λόφο λίγα μέτρα πιο πάνω. Κλασσικό μέρος για ζευγαράκια. Τους έβλεπε να βγαίνουν και να μιλούν σε πολύ κοντινή απόσταση. Τότε κατάλαβε ποιος ήταν αυτός. Εκείνη το χρόνιο κόλλημα της, που δεν μπορούσε να το ξεπεράσει καιρό τώρα και το οποίο ήταν η δικαιολογία της αρχικής της διστακτικότητας. Ο Τζο ήταν σχεδόν άσπρος στο πρόσωπο. Είχαν παγώσει οι εκφράσεις του. Τα μάτια του είχαν πάρει ένα θλιμμένο σχήμα. Τα χέρια του έτρεμαν. Τότε την είδε να γράφει κάτι στο κινητό της. Του έρχεται μήνυμα : "φύγε, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή..". Προφανώς απαντούσε στα μηνύματα του ενώ την περίμενε ακόμα. Την πήρε τηλέφωνο. Του το έκλεισε. Εκείνος της είπε κάτι. Μετά από λίγο φιλιούνταν με πάθος. Ο Τζο ξέσπασε σε κλάματα. Ότι είχε, το χάσε. Δίκιο είχαν τα συναισθήματα του το προηγούμενο βράδυ. Ποτέ δεν έφτανε στο προορισμό του. Γιατί χθες το έκανε, και της επέτρεψε να γυρίσει σπίτι της. Έπρεπε να την πήγαινε βόλτα μέχρι το φεγγάρι, ίσως και πιο μακριά, να ταξίδευαν συνεχώς, ώστε να του κρατούσε και να του χάιδευε το χέρι μέχρι να γεράσουν μαζί.. ταξιδεύοντας!

Ο Τζο γύρισε στο καμαράκι του, σχεδόν άδειος από συναισθήματα. Της έγραψε ένα μήνυμα "σε ευχαριστώ πολύ". Απλά.. και ειρωνικά. Κάτι φτηνά μηνύματα που του έστειλε λίγες μέρες μετά, και αυτά ύστερα από δική του πρωτοβουλία, ήταν σαν ένα κακό αεράκι που απλά φύσηξε από μπροστά του. Και κακό γιατί του περιέγραψε την άφεση των χειλιών της στα δικά του εκείνο το βράδυ, ως "ανώριμη και μη λογική". Όμως ο Τζο βρισκόταν ήδη πολύ μακριά. Είχε ήδη φτάσει σε έναν ουτοπικό προορισμό. Δεν ήξερε ούτε και ο ίδιος πόσες ώρες ταξίδευε από εκείνο το ξημέρωμα, όταν κατευθυνόταν στο αεροδρόμιο, ακούγοντας τον Θινί να τραγουδά "δεν είναι ο έρωτας τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα" και κλαίγοντας με κάτι αντρικούς λυγμούς.. Όταν του ήρθαν αυτά τα μηνύματα, πρέπει να ήταν σε ένα αεροδρόμιο κάποιας παγωμένης χώρας..»

Ο Τζο γυρίζει σπίτι του για το τελευταίο μεσημεριανό φαγητό με τους γονείς του. Το επόμενο πρωί φεύγει και πάλι από την χώρα του. Επόμενος προορισμός του η Άλμα Άτα. Άγνωστο το πόσο θα παραμείνει εκεί. Μέχρι να τελειώσουν οι ταραχές ίσως.. Το τελευταίο του βράδυ το πέρασε και πάλι μοναχικά. Ένα καλό μπουκάλι ρούμι και άφθονα πούρα. Κάποια στιγμή ακούει "τώρα τι να σου πω, τι να μου πεις κι εμένα, έτσι όπως παίξαμε και οι δυο με ζάρια ρημαγμένα, τα φέραμε από δω, τα φέραμε από κει, τώρα ξανά στο τίποτα, στο γενικά εσύ, νύχτες δίχως όνομα, νύχτες χωρίς ΣΚΟΠΟ, χαμένοι από χέρι, χαμένοι και οι δυο, ανόητες αγάπες, ΑΝΟΗΤΑ ΦΙΛΙΑ, λόγια, λόγια, λόγια ΨΕΥΤΙΚΑ". Αμέσως βρίσκει τις τελευταίες επιστολές που είχαν ανταλλάξει ένα μήνα περίπου μετά από εκείνη τη θυελλώδη σχέση. Θυμάται ότι της είχε κάνει μια ολόκληρη κατάθεση ψυχής, και εκείνη του απάντησε σε τρεις γραμμές.

Τουλάχιστον όμως τότε του παραδέχτηκε ότι τον είχε παρατήσει για εκείνον τον τύπο. Του έχουν απομείνει μόλις δύο ώρες πριν αναχωρήσει η πτήση του. Είναι νωρίς το πρωί. Αυτή η επίσκεψη του στον τόπο που τον έκανε άνθρωπο, με αδυναμίες και πάθη, του έφερε αναμνήσεις δυνατές και έντονες. Πρέπει να κάνει κάτι τελευταίο. Βρίσκει μια παλιά του ατζέντα. Παίρνει τηλέφωνο σε εκείνον τον αριθμό που του είχε δώσει τότε. Μπορεί να μένει ακόμη εκεί, αναρωτιέται. Το σηκώνει το τηλέφωνο ένα μικρό κοριτσάκι, με μια πολύ γλυκιά φωνή. Ο Τζο μένει αμίλητος. Δεν απαντάει στην ερώτηση "ποιος είναι;". Προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Τότε παίρνει το ακουστικό ένας άντρας. Ο Τζο, αν και διστακτικός, ζητάει να μάθει αν είναι εκεί η Λου. Ο άντρας την φωνάζει. Την ακούει. Είναι αυτή. Η ίδια ερωτική φωνή μετά από τόσα χρόνια. Ο Τζο δεν απαντάει. Εκείνη τελικά το κλείνει.

Ο Τζο Άρνες έχει μείνει με το ακουστικό στο χέρι. Κατευθύνεται προς την βεράντα του. Μυρίζει το αυγουστιάτικο αεράκι. Είναι ευτυχισμένος. Αυτή την υπέρόχη μέρα άκουσε τη φωνή της μετά από χρόνια. Παράλληλα διαπίστωσε ότι έχει σύζηγο και παιδί. Τελικά συνέχισε μαζί του, από ότι φαίνεται. Γελάει δυνατά.. Όσο πιο δυνατά μπορεί. Με όλη του τη ψυχή. Με όλο του το είναι. Με όλο του τό πάθος. Γελάει με τον γελοίο εαυτό του. Γιατί; Σπατάλησε το μυαλό του, τη καρδιά του, τα πάντα του, όλα αυτά τα χρόνια για έναν απλό άνθρωπο. Ξενιτεύτηκε, μισήθηκε, ξεχάστηκε για μια κοινή γυναικεία συμπεριφορά. Εκείνη που φοβάται να προχωρήσει μπροστά και να ζήσει νέες εμπειρίες, μένοντας προσκολημμένη στα παλιά, είτε αυτά ήταν καλά είτε κακά. Σύρθηκε, ξευτιλήστηκε, ξεψύχησε για μια γυναίκα που έχει σύζηγο και παιδί, ενώ αυτές είχε για σύζηγο το μπουκάλι με το μεσκάλ και για παιδί τα ατελείωτα άφιλτρα τσιγάρα σκεπτόμενος εκείνην, σε εκείνους του βαλτώδεις τόπους της Βολιβίας.


Πλησιάζει τα κάγκελα του μπαλκονιού. Τα ανεβαίνει. Κοιτάζει κάτω. Κοιτάζει ψηλά. Χαμογελάει. Πηδάει.. Λίγο πριν πέσει όμως.. πετάει μακριά. Έχει βγάλει φτερά. Ναι! Είναι ένας φτερωτός άγγελος! Χαμογελά και κατευθύνεται στο άγνωστο, σε μια νέα όμορφη μούσα, που τον περιμένει για να του πιάσει το χέρι και να τον οδηγήσει στο όνειρο, ξέρετε, στην Ουτοπία της Σκέψης και στην Ατλαντίδα της Ψυχής..

"Κάποιος πέφτει κάτω από έναν ουρανοξύστη. Ενώ πέφτει λέει : Μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, μέχρι εδώ όλα πάνε καλά...Το θέμα όμως δεν είναι η πτώση αλλά η τελική πρόσκρουση!"


Αφιερωμένο Στην Λ.,
στην οποία ανήκει η ιστορία,
αλλά ουσιαστικά τίποτε από το περιεχόμενο!




Σημ. Ι : Η ιστορία ?Εκεί που Πάγωσε ο Χρόνος? βασίζεται, εν μέρει, σε πραγματικά γεγονότα. Οι χαρακτήρες του Τζο και της Λου(όπως και όλοι οι παράπλευροι) είναι αληθινά πρόσωπα. Οποιαδήποτε όμως ομοιότητα επιχειρηθεί με πραγματικά πρόσωπα, θα είναι άκαρπη, γιατί η ολοκληρωτική αλήθεια βρίσκεται μόνο στο μυαλό του συγγραφέα.

Σημ. II : Το όνομα του Τζο Άρνες, το εμπνεύστηκε ο γράφων, από την ταινία "America, America" του Elia Kazan.

Σημ. III : Τα αποφθέγματα που συγγράφηκαν, πάρθηκαν από τις εξής ταινίες(κατά χρονολογική σειρά) : "No Budget Story" του Ρένου Χαραλαμπίδη, "Der Himmel Uber Berlin" του Wim Wenders, "The Crying Game" του Neil Jordan, "Les Enfants Du Siecle" της Diane Kurys και "La Haine" του Matthieu Kassovitz.

Σημ. ΙV : Το σκίτσο ανήκει στον Θάνο Ανεστόπουλο, στιχουργό και τραγουδιστή των Διάφανων Κρίνων.