4 Σεπ 2007

"Τζακ Κέρουακ, ο Άγγελος της Ελευθερίας - 50 Xρόνια από την Έκδοση του βιβλίου "Στον Δρόμο" του Βασιλιά των Μπητ" - Ίκαρος Μπαμπασάκης


Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά.
(Τζακ Κέρουακ, Στο Δρόμο)

Γρήγορα αμάξια, γοητευτικές γυναίκες, άρνηση και αμφισβήτηση, άφθονες μπίρες, σκληρή τζαζ, πολύ γράψιμο, και πάμπολλοι μύθοι, μύθοι, μύθοι. Θα μπορούσαμε κάπως έτσι να συνοψίσουμε τη ζωή ενός ήρωα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Του Τζακ Κέρουακ. Που δεν ήταν μονάχα συγγραφέας. Δεν ήταν μονάχα ποιητής, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος. Αλλά μια μορφή συμβολική. Ένας θρύλος. Το έμβλημα – καίτοι δεν το ήθελε, καίτοι το αρνιόταν – μιας ολόκληρης γενιάς, και μετά κι άλλων γενιών, πολλών γενιών. Ο Κέρουακ ποτέ δεν έπαψε να διαβάζεται, αλλά στην επικαιρότητα εμφανίζεται ξαφνικά, χάνεται μετά, και επανέρχεται εκ νέου, ξανά και ξανά, εδώ και δεκαετίες.
Tον Αύγουστο του 2002 – ογδόντα χρόνια από τη γέννηση του Κέρουακ, το 1922 – ανακοινώθηκε επισήμως το σχέδιο του Φράνσις Φορντ Κόπολα να σκηνοθετήσει το ξακουστό Στο Δρόμο (On the Road), το μυθιστόρημα που έκανε παγκοσμίως γνωστό τον Τζακ Κέρουακ. Το χειρόγραφο μάλιστα του μυθιστορήματος πωλήθηκε έναντι 2,2 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ δεν παύουν να εκδίδονται βιογραφίες και μονογραφίες με πρωταγωνιστή τον θλιμμένο Τζακ, τον πολυκύμαντο βίο του και το πολύπτυχο έργο του. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε, τον Σεπτέμβριο, το βιογράφημα Τζακ Κέρουακ της Ανν Τσάρτερς (μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις Printa). Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο Ανδρέας Εμπειρίκος έχει γράψει ποιήματα εμπνευσμένα από τον Κέρουακ, ο Τομ Γουέιτς επίσης έχει συνθέσει το πολύ όμορφο τραγούδι «Jack & Neal» για χάρη του, ότι είναι ο κρυφός ήρωας της cult ταινίας Την Τελευταία Φορά Που Αυτοκτόνησα, και ότι ποιήματά του έχουν μελοποιήσει, μεταξύ άλλων, οι: Morphine, John Cale, Joe Strummer, Jeff Buckley, Patti Smith.
Αξίζει λοιπόν να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτόν το βίο και σ’ αυτό το έργο.
Ο Τζακ Κέρουακ γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1922. Πέντε το απόγευμα. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει», όπως λέει και το δημοφιλέστερο ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Γαλλοκαναδός. Κάτι που δεν θα λησμονήσει ποτέ. Αντίθετα απ’ ό,τι συγγραφείς όπως ο Νόρμαν Μέιλερ, και παρότι εξύμνησε τις αχανείς εκτάσεις της Αμερικής που διασχίζουν οι δρόμοι που αγάπησε, ο Κέρουακ ποτέ δεν αισθάνθηκε ακραιφνής Αμερικανός. Κι άλλωστε, τη φώτισή του, την επιφοίτησή του, το σατόρι του, στο Παρίσι την τοποθετεί. Εκεί, στην πόλη του Αντρέ Μπρετόν και του Γκυ Ντεμπόρ, του Ζακ Πρεβέρ και της Εντίθ Πιάφ, πήγε να αναζητήσει τις ρίζες του ονόματός του, τις ρίζες της αλήθειας του, ύστερα από τόσες και τόσες οδύσσειες.
Από την παιδική του ηλικία θ’ αρχίσει να γράφει. Και να αθλείται. Οι δύο μεγάλες του αγάπες, η συγγραφή και ο αθλητισμός, που, σιγά σιγά στην αρχή και μετά απότομα, τον οδήγησαν στη μελαγχολία, στη θλίψη, σε επικίνδυνες μεθορίους της τρέλας, στην αυτοκαταστροφή.
Σπουδάζει στο Χόρας Μαν και στο Κολούμπια. Παίζει ράγκμπι, και θεωρείται ανερχόμενο αστέρι. Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί, δείγμα της τόλμης και του πείσματός του, τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει τα σχέδια για επαγγελματική καριέρα. Κι αυτό τον συντρίβει. Παράλληλα, θα γράφει και θα δημοσιεύει μουσικοκριτικές, άρθρα, και διηγήματα μυστηρίου. Αλλά δεν έχει βρει ακόμα τη φωνή του. Είναι νωρίς. Γιατί δεν έχει βρει ακόμα τη ζωή του.
Το Πανεπιστήμιο του φαίνεται φτωχό, θέλει άλλες εμπειρίες, σ’ άλλους ορίζοντες θέλει ν’ ανοιχτεί. Θα μπαρκάρει. Λαντζέρης στα καράβια. Μούτσος. Ματσακόνης. Αλλά και συγγραφέας. Γιατί θα γράφει στα καράβια. Παραληρηματικές σημειώσεις με σκοπό την αναζήτηση μιας εσώτερης, βαθύτερης αλήθειας. Σκαριφήματα, προσχέδια ενός μεγάλου βιβλίου, ενός νέου, πιο σπαρακτικού, ακατέργαστου, θορυβώδους Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Όπως ο Μαρσέλ Προυστ έτσι και ο Τζακ Κέρουακ θα γίνει ένας δεσμώτης της μνήμης, ένας αιχμάλωτος του χρόνου, ένας σκηνοθέτης των αναμνήσεων.
Στη Νέα Υόρκη θα γνωρίσει, μέσα στους λαβυρίνθους των μπαρ, των συμπτώσεων και της αγάπης για την έντονη ζωή, τους ανθρώπους εκείνους που θα γίνουν, οι ισόβιοι σύντροφοι και φίλοι του, αλλά και οι σκιές, τα φαντάσματα και οι ερινύες του. Είναι αυτοί που θα μείνουν στην ιστορία – και όχι μόνο της λογοτεχνίας – ως Γενιά των Μπητ, ως μπήτνικς. Είναι ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ποιητής, ομοφυλόφιλος, Εβραίος, επαναστάτης με πολλές αιτίες. Είναι ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, πάντα ντυμένος σαν πράκτορας του FBI, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, εγγονός του εφευρέτη της ταμειακής μηχανής, συγγραφέας, ντετέκτιβ, απολυμαντής, απόφοιτος του Χάρβαρντ, σοφός, ιδιότυπος σωσίας του Γέρου του Βουνού, του διαβόητου Χασάν ι Σαμπάχ, θρυλικού ηγέτη των Ασασίνων στο απόρθητο Άλαμουτ. Είναι ο Γκρέγκορυ Κόρσο, επαγγελματίας αλήτης, τυχοδιώκτης, τρόφιμος πολλών αναμορφωτηρίων και σωφρονιστικών ιδρυμάτων, και, πέρα απ’ όλα αυτά, πάνω απ’ όλα αυτά, διάκονος δυναμικός της Ποίησης. Τέλος, είναι ο Νηλ Κάσαντι, το alter ego του Τζακ, ο φίλος κι αδελφός του, ο απόλυτος συνομιλητής και συνταξιδιώτης του, ο καλύτερος οδηγός σ’ όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μ’ αυτή την παλιοπαρέα, όλοι σήμερα διάσημοι και νεκροί, ο Κέρουακ θα γίνει αυτός που έγινε, μέσα σε κάμαρες υγρές και φτωχικές αλλά γεμάτες ένταση, ζωή, έρωτες, τζαζ, και λογοτεχνία. Όλοι θα πειραματίζονται στο περιθώριο της επίσημης πραγματικότητας, θα είναι παραβάτες. Αλκοόλ και ουσίες, αλλόκοτες ερωτικές γεωμετρίες (τρίγωνα, τετράγωνα, πεντάγωνα, και πάει λέγοντας), οδηγούν πάντα στην συγγραφή ποιημάτων με άγριους ρυθμούς, και πεζογραφημάτων χωρίς αρχή μέση και τέλος, με τρελή ή και καθόλου στίξη, με χρήση αδόκιμων λέξεων, και, κυρίως, με μια προσωδία που πασχίζει να συλλάβει το κύλισμα του χρόνου, την παρέλευση, τόσο αδυσώπητη, των στιγμών, της ίδιας της ζωής.
Ο Κέρουακ ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ζει έντονα, να ταξιδεύει εδώ κι εκεί, σ’ όλη την Αμερική με τον Νηλ Κάσαντι, να πίνει, να ερωτεύεται και να καταγράφει τα πάντα. Δεν είναι τυχαίο το παρωνύμι του, το Memory Babe (της Μνήμης το Μωρό), ούτε και η παραίνεση στο οικόσημο των Βρετόνων προγόνων του: Aimez, Travaillez, et Souffrir (Ν’ αγαπάς, να δουλεύεις, να υποφέρεις). Αυτό θα κάνει ο Κέρουακ, θα γίνει ο καταγραφέας όλων όσα βλέπει, ακούει, αισθάνεται, ζει. Και, συνάμα, θα αγαπάει τους φίλους του, τις κοπέλες του, τη μητέρα του, τους άγνωστους πλάνητες που συναντάει στο δρόμο, τους συγγραφείς που τον γαλούχησαν, τους μουσικούς της τζαζ που του πρόσφεραν τις μελωδίες και τους ρυθμούς τους. Και θα δουλεύει: στα καράβια, στους σιδηρόδρομους, στα δάση ως παρατηρητής της πυρασφάλειας, αλλά και στο γραφείο του, γράφοντας ακατάπαυστα, μερόνυχτα ολόκληρα – είναι γνωστό ότι έγραψε το Στο Δρόμο μέσα σε είκοσι μέρες, ενώ τους Υποχθόνιους μέσα σε τρία παράφορα, άγρυπνα εικοσιτετράωρα. Και θα υποφέρει. Ναι, θα υποφέρει, για τους πάντες και τα πάντα, για όλα τα πλάσματα επί γης, για όλα τα μαραμένα λουλούδια, για όλα τα παγιδευμένα ζωάκια, για τους αδικημένους και τους κατατρεγμένους. Αυτός έγινε και παρέμεινε ο Κέρουακ.
Η Γενιά των Μπητ ανδρώνεται σε μιαν ατμόσφαιρα ασφυκτική για κάθε ευαίσθητο και νοήμονα Αμερικανό. Ο Ψυχρός Πόλεμος είναι μια τανάλια στα μυαλά, είναι μια Λερναία Ύδρα εκβιασμών, μια συνεχής πίεση να πάρεις θέση, να στρατευθείς με τη μια ή την άλλη μεριά, και να πληρώσεις μεγάλο τίμημα αν θέλεις να μείνεις ανεξάρτητος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η επίσημη προπαγάνδα διαλαλεί παντού τα «καλά» της οικογένειας, της θρησκείας και του κράτους, της τάξης και της ασφάλειας, η αμερικανική αυτοκρατορία αγγίζει το ζενίθ της ισχύος της. Το Χόλιγουντ είναι η απόλυτη βιομηχανία ονείρων και βρίσκεται στη μεγάλη του ακμή. Υπό την προστατευτική πατρική σκιά του Χάρυ Τρούμαν και του Ντουάιτ Άιζενχαουερ, οι Αμερικανοί αποκοιμιούνται, ναρκώνουν τις συνειδήσεις τους, τα ποντάρουν όλα στο ροζ καραμελέ, και καμώνονται ότι διανύουν την περίοδο της Μεγάλης Αθωότητας.
Κάποιοι όμως έχουν τις αντιρρήσεις τους. Και τις διατυπώνουν εμπράκτως, με τον τρόπο ζωής τους, με την εποποιία της καθημερινότητάς τους, με τις αλλεπάλληλες – και όχι πάντα ακίνδυνες – αναζητήσεις ενός «βορειοδυτικού περάσματος προς τη γεωγραφία της αληθινής ζωής».
Ανάμεσα σ’ αυτούς, τους happy few εκείνης της εποχής, θα είναι βέβαια και ο Τζακ Κέρουακ. Δεν θα σταματήσει ποτέ να ελίσσεται στους λαβυρίνθους του χρόνου, να ζει τη δική του ζωή, να επιχειρεί να παραβιάσει τα όρια της επίσημης πραγματικότητας και της συμβατικής γλώσσας ώστε να φτάσει σε βαθύτερες αλήθειες, σε πιο ουσιώδη νοήματα. Πάντα, η ευφυής και δυναμική παραβίαση των ορίων οδηγεί σε νέους τρόπους σύλληψης και έκφρασης αυτού που συμβαίνει γύρω μας.
Ας δούμε πώς μιλάει ο ίδιος ο Κέρουακ, πεισματικά αυτοβιογραφούμενος – μιλώντας για μας, μιλάμε για τους πολλούς, όταν ξέρουμε να το κάνουμε καλά – πώς μιλάει για όσα τον απασχόλησαν και τον χαρακτήρισαν:
«ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ/ Ή ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ: Τα πάντα. Ας διευκρινίσουμε: λαντζέρης σε καράβι. Πρατήριο βενζίνης. Μούτσος σε καράβι. Αθλητικός συντάκτης σε εφημερίδες (Ο Ήλιος του Λόουελ). Φρεναδόρος σε τρένα. στη Νέα Υόρκη. Έκανα περιλήψεις σεναρίων για την 20th Century Fox στη Νέα Υόρκη. Πωλητής σόδας. Υπάλληλος στα τρένα. Επίσης: αχθοφόρος, συλλέκτης βαμβακιού, βοηθός χαμάλης σε γραφείο μετακομίσεων, παραγιός σε κατεργασία μετάλλου στο Πεντάγωνο, το 1942. Παρατηρητής για πυρκαγιές στα δάση (το 1956), οικοδόμος (το 1941)… Έκανα του κεφαλιού μου. Είμαι γνωστός σαν ‘τρελός, χαζός και άγγελος’, με ένα ‘γυμνό, ατέλειωτο κεφάλι πρόζας’. – Επίσης, στιχουργός, Μέξικο Σίτυ Μπλουζ (1959). Πάντα θεωρούσα το γράψιμο ως καθήκον μου πάνω στη γη. Επίσης, το κήρυγμα της παγκόσμιας καλοσύνης, πράγμα που οι υστερικοί κριτικοί απέτυχαν να εντοπίσουν μέσα στην έντονη δράση των αληθινών ιστοριών μου σχετικά με τη Γενιά των Μπητ. Ουσιαστικά δεν είμαι Μπητ, αλλά περίεργος, μοναχικός, παλαβός, καθολικός, μυστικιστής… Τελικά σχέδια: ερημίτης σε δάσος, ήσυχο γράψιμο σε προχωρημένη ηλικία, γλυκές ελπίδες για παράδεισο (όπου πάει ο καθένας έτσι κι αλλιώς)… Το αγαπημένο μου παράπονο για το σύγχρονο κόσμο: η ειρωνεία του ‘καθωσπρέπει’ κόσμου που, μην παίρνοντας τίποτα στα σοβαρά, καταστρέφει τα παλιά ανθρώπινα αισθήματα… Δουλειά στα τρένα, στη θάλασσα, μυστικισμός, δουλειά στα βουνά, ηδονή, εσωτερικότητα, ενδοσκόπηση, ταυρομαχίες, ναρκωτικά, εκκλησίες, μουσεία, δρόμοι, ένα συνονθύλευμα ζωής, όπως το ζει ένας ανεξάρτητος, μορφωμένος, αδέκαρος αλήτης που πάει οπουδήποτε» (από τον «Πρόλογο του Συγγραφέα», στο Μοναχικός Ταξιδιώτης, μετάφραση Γιώργος Τασσόπουλος, εκδ. Πλέθρον).
Βαθιά επηρεασμένος από την τζαζ μουσική, για την οποία άλλωστε έχει γράψει μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες του, ο Κέρουακ θα επιχειρήσει να δομήσει (ή καλύτερα: να αποδομήσει) το λόγο του σαν να είναι μουσική, σαν σύνθεση γεμάτη αυτοσχεδιασμούς, παύσεις, επαναλαμβανόμενα μοτίβα, άγριους ρυθμούς που κόβουν την ανάσα. Ο ίδιος, σε ένα είδος μικρού μανιφέστου, επιχείρησε να προσδιορίσει τα κεντρικά σημεία της τεχνικής του, του ιδιαίτερου ύφους του, το οποίο αποκάλεσε αυθόρμητη πρόζα. «Ο Χρόνος είναι η ουσία της καθαρότητας του λόγου, η γλώσσα με την οποία σκιτσάρουμε είναι η ανενόχλητη ροή του νου των προσωπικών μυστικών ιδεών/λέξεων, παίζουμε ελεύθερα, φυσάμε (όπως ο μουσικός της τζαζ) το θέμα της εικόνας», θα γράψει. « Όχι τελείες που να χωρίζουν τις προτάσεις, δομές που τόσο αυθαίρετα έχουν ήδη γίνει κόσκινο από τις ψεύτικες άνω και κάτω τελείες και τα δειλά συχνά άχρηστα κόμματα – αντ’ αυτών ρωμαλέες παύλες ανάμεσα στις ανάσες της αφήγησης (όπως ο μουσικός της τζαζ που παίρνει ανάσα μετά και πριν από μια φράση) ‘μετρημένες παύσεις που αποτελούν το ουσιώδες στοιχείο της ομιλίας μας’ – διαχωρισμοί των ήχων που ακούμε – ‘χρόνος και πώς να τον καταγράψουμε’ (William Carlos Williams)». Επέμενε ότι δεν θέλει να επιλέγει τρόπο έκφρασης αλλά να ακολουθεί τις σκέψεις, να αφήνεται στους ακανόνιστους ρυθμούς του μυαλού, παίζοντας με τους ελεύθερους συσχετισμούς, με τα σκαμπανεβάσματα των συνειρμών, χωρίς ίχνος πειθαρχίας. «Φυσήξτε όσο πιο δυνατά θέλετε, γράψτε όσο πιο βαθυστόχαστα θέλετε, ψαρέψτε σε όσο πιο βαθιά νερά θέλετε, ικανοποιείστε όμως πρώτα τον εαυτό σας, ο αναγνώστης θα λάβει τηλεπαθητικά το σοκ και τη διέγερση του νοήματος από τους ίδιους εκείνους νόμους που διέπουν όλα τα μυαλά».
Με τον καιρό, ο Κέρουακ, συγγραφέας πολυσέλιδων μυθιστορημάτων, θα αμφισβητήσει το ίδιο το μυθιστόρημα, θα θελήσει ουσιαστικά να προχωρήσει πέρα από τη λογοτεχνία. Γι’ αυτό καταγράφει ανεπεξέργαστη την καθημερινότητα, γράφει για τους φίλους και τις ερωμένες του, αφήνει στην άκρη την πλοκή, την καλλιέπεια, την επινοητικότητα, τα πάντα, για να μιλήσει η ίδια η ζωή. Κι ακόμη, πέρα από τα βιβλία του που αποτελούν χρονικά της Γενιάς των Μπητ, θα γράψει ποιήματα, δοκίμια, ιδιότυπα μανιφέστα, καταγραφές ονείρων, αφορισμούς, παραινέσεις, μεταγραφές συζητήσεων από μαγνητοταινίες. «Μ’ άλλα λόγια», γράφει, «και μετά απ’ αυτό θα το βουλώσω, οι κατασκευασμένες ιστορίες και τα ρομάντσα για το τι θα συνέβαινε ΑΝ, είναι για παιδάκια και ενήλικες κρετίνους που φοβούνται να διαβάσουν τους εαυτούς τους μέσα σ’ ένα βιβλίο, όπως ακριβώς θα φοβόντουσαν να κοιτάξουν στον καθρέφτη όταν είναι άρρωστοι ή πληγωμένοι ή τύφλα στο μεθύσι ή τρελοί» (Σατόρι στο Παρίσι, μετάφραση Μαίρη Καραγιαννοπούλου, εκδόσεις Πλέθρον).
Ακαταπόνητος, ο Κέρουακ θα γράψει καμιά δεκαριά μυθιστορήματα-χρονικά προτού αποφασίσει κάποιος εκδότης να τα τυπώσει. Δεν τον απογοητεύει η άρνηση, δεν σταματάει να γράφει. Ωστόσο, μετά τη μεγάλη επιτυχία του Στο Δρόμο (1957), οι εκδότες προθυμοποιούνται να εκδώσουν όλα του τα βιβλία, ενώ οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο εκθειάζουν τον «Βασιλιά των Μπητ», δημιουργώντας στην πλειονότητά τους μια στρεβλή, μια παραμορφωμένη εικόνα του. Ενώ ο Κέρουακ ήθελε να μιλήσει για το μεδούλι της ζωής, παρουσιάζεται, υπό το φως του μύθου, σαν ένας «επαναστάτης χωρίς αιτία», ένας επιφανειακός λάτρης του ποτού, της ταχύτητας, των γυναικών. Ο Κέρουακ σιγά-σιγά θα απομονωθεί, θα ολισθήσει σε μια εξαντλητική εσωστρέφεια. Οι φίλοι του δεν θα είναι πια ευπρόσδεκτοι στο σπίτι όπου κλείνεται με τη μητέρα και με την τελευταία του γυναίκα, την Στέλλα Σάμπας, ελληνικής καταγωγής.
«Αυτό είναι το πρώτο ταξίδι μου», γράφει, «όπου φεύγω από το σπίτι (το σπίτι της μητέρας μου) μετά την έκδοση του Δρόμου του βιβλίου που ‘με έκανε διάσημο’ τόσο πολύ μάλιστα που τρελάθηκα επί τρία χρόνια με τα ατέλειωτα τηλεγραφήματα, τα τηλεφωνήματα, τις παρακλήσεις, την αλληλογραφία, τους επισκέπτες, τους δημοσιογράφους, τους φορτικούς αδιάκριτους (μια βροντερή φωνή να λέει στο παράθυρο του υπογείου μου ενώ ετοιμάζομαι να γράψω ένα διήγημα ΕΧΕΙΣ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΩΡΑ;) ή μια φορά που ο δημοσιογράφος ανέβηκε τρέχοντας πάντα στην κρεβατοκάμαρά μου ενώ καθόμουν με τις πιτζάμες προσπαθώντας να καταγράψω ένα όνειρο – Έφηβοι που πηδάγανε ένα φράχτη περίπου 2 μέτρα που είχε χτίσει γύρω από την αυλή μου για να ’χω την ησυχία μου – Παρέες με μπουκάλια να τσιρίζουν στο παράθυρο του στούντιό μου ‘Άντε βγες έξω και πάμε να τα πιούμε, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη Τζακ!’» (Μπιγκ Σερ, μετάφραση Ιουλία Ραλλίδη, εκδόσεις Αίολος).
Ο Κέρουακ, όπως ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ πριν από αυτόν, επινόησε μια ολόκληρη γενιά. Πολλά βιβλία του φαίνονται ανιαρά, όχι όμως, σε καμία περίπτωση, ανούσια (όπως γράφτηκε προσφάτως). Πολλές σελίδες του φαίνονται άξεστες, ανεπεξέργαστες, κακογραμμένες – το ίδιο ισχύει και για τον Ντοστογιέφσκι ή και τον Χένρι Μίλλερ. Μολαταύτα, δεκάδες χιλιάδες νέοι εκείνη την εποχή ακολούθησαν τον τρόπο ζωής του, εναντιώθηκαν στο «αμερικάνικο όνειρο» και πήραν, κυριολεκτικά, τους δρόμους. Ογδόντα χρόνια μετά τη γέννησή του και τριάντα τρία μετά το θάνατό του (το 1969, σε ηλικία μόλις σαράντα επτά ετών), ο Κέρουακ εξακολουθεί να εμπνέει νέους ανθρώπους, παραμένοντας ένα σύμβολο της αμερικανικής ιστορίας τόσο άφθαρτο όσο το σαξόφωνο του Τσάρλι Πάρκερ, η φωνή του Έλβις Πρίσλεϊ, ή το βλέμμα του Τζέιμς Ντην. Παραμένει ένας ζωντανός αντι-σταρ, ένας μύθος, ένα αεικίνητο και μελαγχολικό έμβλημα της ελευθερίας, ένας οδοδείκτης προς την ουσία της ανθρώπινης ψυχής, προς τη βαθύτερη ουσία της ίδιας της Ποίησης.
Τα λόγια του ποιητή Alan Ansen (σημειωτέον, ζει στην Ελλάδα εδώ και τέσσερις δεκαετίες), φίλου του Κέρουακ και ήρωά του στα μυθιστορήματα Στο Δρόμο και Οι Υποχθόνιοι, αποτελούν έναν άριστο φόρο τιμής στον θλιμμένο Βασιλιά των Μπητ: «Και επειδή εκείνος ήταν που έφερε στην επιφάνεια έναν τρόπο ζωής που μέχρι τότε έμενε βαθιά κρυμμένος, κέρδισε την ευγνωμοσύνη όχι μόνο των μελετητών της σύγχρονης σκηνής, αλλά κι όσων μπορεί να εφάρμοζαν αυτό τον τρόπο ζωής χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει. Το ότι βοήθησε στη σφυρηλάτηση μιας ομαδικής συνείδησης, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο εγχείρημα μπορεί να θεωρηθεί».
Αξίζει, κλείνοντας, να σημειώσουμε ότι τρεις δεκαετίες μετά το θάνατο του Κέρουακ, έρχονται συνεχώς νέα στοιχεία στο φως, σχετικά με τη ζωή του. Προσφάτως ανακαλύφθηκε ένα μικρό κιβώτιο που είχε στείλει, το 1968, στο Παρίσι, όπου είχε ταξιδέψει για να αναζητήσει τις ρίζες του, σε μια μυστηριώδη Γαλλοαιγύπτια συγγραφέα παιδικών βιβλίων, την Eram Ulaque. Στο κιβώτιο αυτό, ο Κέρουακ είχε τοποθετήσει ως δώρα προς την Ulaque χειρόγραφά του, φωτογραφίες με τους Μπάροουζ και Γκίνσμπεργκ, ένα ζευγάρι ασημένια μανικετόκουμπα, ένα δαχτυλίδι και ένα τετράγωνο ατσάλινο ρολόι χειρός με μαύρη πλάκα. Σύμφωνα τόσο με τις φήμες, όσο και με το βιβλίο της Ulaque, που εκδόθηκε φέτος τον Αύγουστο στο Παρίσι, ο Κέρουακ έτρεφε μια κρυφή, βαθιά αγάπη για την Γαλλοαιγύπτια καλλονή, την οποία μύησε στη λογοτεχνία και την μουσική της γενιάς του.
Όσο περνάνε τα χρόνια, ο άδολος αυτός συγγραφέας θα διαβάζεται ολοένα και περισσότερο γι’ αυτό που ήταν η αληθινή αξία του: μια αγωνία να εκφράσει σε μια νέα γλώσσα την ουσία του περάσματός μας στη ζωή, δηλαδή την αγάπη, τη φιλία, την πνευματικότητα, το γλυκό βλέμμα προς τον πλησίον.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

*Είπαν :

Ουίλλιαμ Μπάροουζ: «Ο Κέρουακ ήταν συγγραφέας. Ήξερε να γράφει. Πολλοί άνθρωποι λένε ότι είναι συγγραφείς, βγάζουν βιβλία με το όνομά τους επάνω, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν να γράφουν – ανάμεσα στον πραγματικό συγγραφέα και σε εκείνον που απλώς δηλώνει ‘συγγραφέας’ υπάρχει μια τεράστια διαφορά… Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ζήσει τη γραμμή του πυρός για να μπορέσει να πει την αλήθεια…» (Τζακ Κέρουακ-Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Οι Γυμνοί Άγγελοι, μετάφραση Γιώργος Γούτας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος)

Ουίλλιαμ Μπάροουζ: «Το δυναμικό των συγγραφέων είναι δυνητικά τεράστιο. Γράφουν το σενάριο για το φιλμ της πραγματικότητας. Ο Κέρουακ άνοιξε ένα εκατομμύριο καφέ-μπαρ και πούλησε εκατομμύρια Levis και στα δύο φύλλα. Το Γούντστοκ γεννήθηκε μέσα από τις σελίδες του. Αν κατάφερναν τώρα όλοι οι συγγραφείς να ενωθούν σε ένα πραγματικά δυνατό σωματείο, θα κρατούσαμε όλο τον κόσμο με τις λέξεις. Θα μπορούσαμε να φτιάχναμε το δικό μας σύμπαν. Οι συγγραφείς θα μπορούσαν να καταλάβουν το στούντιο της πραγματικότητας. Ο Κέρουακ το είχε καταλάβει αυτό πολύ πριν από μένα. ‘Η ζωή είναι ένα όνειρο’, έλεγε». (Τζακ Κέρουακ-Ουίλλιαμ Μπάροουζ, Οι Γυμνοί Άγγελοι, μετάφραση Γιώργος Γούτας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος)

Γιάννης Τζώρτζης: Θέλησε να μιμηθεί τον Τζέιμς Τζόυς: όρθωσε γύρω του τα τείχη μιας αποκλειστικής μυθολογίας (αναμφισβήτητα ο πλέον αυτοβιογραφικός συγγραφέας όλων των εποχών), εξάντλησε τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής, σπατάλησε λογοτεχνικά τον μύθο του, όπως σπατάλησε και τη ζωή του. Επεχείρησε να ξεπεράσει τον Λουί Φερντινάν Σελίν: πειραματίστηκε ασύστολα, ανεξέλεγκτα πολλές φορές, με τη γλώσσα. Δημιούργησε την ‘μποπ προσωδία’, ένα είδος γραφής που προέρχεται από τους συλλαβισμούς και τα λαρυγγίσματα της τζαζ
Και τους υπόκωφους ρυθμούς της αναπνοής, κι αυτή τη γραφή προσπάθησε να τη φέρει ως τα άκρα. Στην έξαρση της Τέχνης του, ευτύχησε να δει τη γλώσσα του να εκρήγνυται και να λάμπει» (Πρόλογος στο Μπιγκ Σερ, μετάφραση Ιουλία Ραλλίδη, εκδόσεις Αίολος).

«Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης. Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μεσ’ στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – φωτοστεφής ο Κερουάκ διαβαίνει, πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού όπου το βρίσκει, πίνοντας και προσφέροντας το νέκταρ που περισσότερο κι από τον Νιαγάρα ρέει, όταν ο πόθος μέσα μας υπερισχύει και ο ευλογημένος άνθρωπος στο ‘εν τούτω νίκα’ του έρωτος ομνύει»
Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα (εκδ. Ίκαρος)

«Ποιος ξέρει αν πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα εγωισμού και σκληρότητας, το σύμπαν δεν είναι τελικά μια μεγάλη ευσπλαχνική θάλασσα, μια απέραντη γλύκα; Και ποιος ξέρει αν δεν είναι η μοναξιά της τωρινής μοναδικότητας του αγέννητου στοιχείου της μελλοντικής ουσίας του καθενός που αρνείται τη μοναδική, αγνή αιωνιότητα, αυτό το μεγάλο απόλυτο δυναμικό που μπορεί να ακτινοβολήσει τα πάντα, αυτή τη λαμπρή ευτυχία, το Ματιβαζρικαρούνα, ο Υπερβατικός Αδαμάντινος Οίκτος! Όχι, εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ, για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ), για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι... γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα; Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ’ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ’χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου»
(Τζακ Κέρουακ, Οι Καταβολές της Μπητ Γενιάς )

*Ήχοι :

Jack Kerouac, Legends of the 20th Century, EMI (Αυθεντικές ηχογραφήσεις όπου ο Κέρουακ διαβάζει αποσπάσματα από τα μυθιστορήματά του, απαγγέλλει και τραγουδάει)

Jack Kerouac, Readings on the Beat Generation, Polygram (όπου ο Κέρουακ διαβάζει κείμενα και δοκίμιά του σχετικά με την Γενιά των Μπητ.

Kerouac, Kicks Joy Darkness, Voices (όπου οι Morphine, Lydia Lunch, Patti Smith, Johnny Depp, William Burroughs, Matt Dillon, Michael Stripe, και άλλες πασίγνωστες προσωπικότητες, μελοποιούν, τραγουδούν, και απαγγέλλουν ποίηση του Κέρουακ).

*Σελίδες :

1. Barry Miles, Jack Kerouac, King of the Beats, A portrait (εκδ. Virgin).
2. Ellis Amburn, Subterranean Kerouac, The Hidden Life of Jack Kerouac

(εκδ. St Martin Press).
3. Steve Turner, Angelheaded Hipster (εκδ. Viking)
4. Eram Ulaque, My Jack, Twenty Minutes with Jack Kerouac (εκδ. Git-le-

Coeur Press).

[To πλήρες κείμενο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής.]

+

Σημείωμα του Γιάννη Λειβαδά "Χίλιες Λέξεις για τον Τζακ Κέρουακ" :

Praised be the unfolded inside petal flesh of tend’ rest thought

Το κρασί έχει χρώμα rubioso mostofo – γράφοντας για αλλαγή στο τραπέζι της κουζίνας, μου έρχεται στο μυαλό μια άλλη σκοτεινή χειμωνιάτικη κουζίνα που εκεί μέσα καθόταν κι έγραφε με τις ώρες ο Κέρουακ. Για τη στιγμή του θανάτου, στο τέλος, προτίμησε μια πολυθρόνα του σαλονιού. Εκτός από νεκρός και σωσμένος, ο Τζακ Κέρουακ είναι ένας συγγραφέας-ποιητής τόσο πραγματικός και συνάμα τόσο άφαντος. Ένας πραγματικός Κέρουακ. Στα χρόνια της προχωρημένης εφηβικής κάψας για περιπλάνηση, γυμναστική μυαλού και εμπειρική παιδεία, ο Κέρουακ έρχεται να θέσει τις βάσεις (μεταξύ άλλων) για μία συμπαγή μόρφωση, και μια ουσιώδη και παραγωγική αντίληψη. Γερνώντας, και καθώς κατακάθεται ο καιρός και της καρδιάς η παντιέρα, ο Κέρουακ έρχεται να συνοδεύσει με σοφία και να επικυρώσει το, πάντα αμέτρητο, βάθος των εναλλαγών και των σπειρών της ύπαρξης – ρίχνεις το κέρμα με την κεφαλή σου μέσα του, και ποτέ δεν θα το ακούσεις να χτυπήσει στον πάτο. Στο κάτω κάτω της γραφής, αυτός είναι ο ύψιστος ρομαντισμός. Η άνοιξη είναι το γέλιο ενός μανιακού, είχε γράψει σε ένα από τα βιβλία του. Πράγμα που σημαίνει ότι η ιδιότητα των άκρων μπορεί να μας ξημερώσει στον τροπικό μιας χειροπιαστής ελευθερίας. Άπατος. Κι αν προτιμήσουμε να κινηθούμε σε οριζόντια πορεία, και πάλι θα ατενίσουμε έναν δρόμο, κι αυτός ο δρόμος δεν έχει όρια. Τι θα κάνουμε μ’ αυτόν τον Κέρουακ – το κρασί μας τελειώνει, το μελάνι ξεχειλίζει, ο χώρος μας φθίνει. Κάποτε, ο πατέρας της ελευθεριακής ποίησης, ο Ουόλτ Ουίτμαν έγραψε το περίφημο Τραγούδι του ανοιχτού δρόμου, στη συνέχεια τα πράγματα οδήγησαν στον Δρόμο της Διαφυγής των Πάντων και του Τίποτα. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο εαυτό μας βέβαια. Κάποιοι τραβούν το δρόμο τους με ένα σκοπό, κάποιοι για να αποφύγουν κάθε πιθανό σκοπό. Ο δρόμος υπηρετεί την Απόδραση. Την πάλη ενάντια στο «θάνατο» όπου κυριαρχεί η μη-προοπτική, η βασιλεία του Ενστίκτου.

Πάρε έναν Κέρουακ όπως παίρνεις μια δύσκολη απόφαση. Η ζωή μας σιγοντάρει τεχνάσματα και εργαλεία μιας μανίας με την οποία δούλεψε μέσα του ο Κέρουακ, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το τρεχαλητό χρειάζεται μνήμη, το κέφι χρειάζεται φαντασία. Ο δρόμος χωρίς ρομαντισμό και ενέργεια δεν είναι ένας δρόμος ανοιχτός. Ο Κερουακικός Δρόμος ξεκινά από το de facto της υπαρξιακής εξιλέωσης (το θεμελιώδες μπήτνικο αξίωμα) και παύει με τον συριγμό του επιθανάτιου ρόγχου. Ο Τζακ Κέρουακ λοιπόν έκανε την περιπλάνηση, το δρόμο, την αλητεία, έργο τέχνης, γιατί απλώς ένιωσε ότι δεν μπορούσε ίσως να υπάρξει έργο τέχνης πιο μεγαλειώδες από την ίδια την ζωή – ιδίως όταν αυτή συναντούσε τα άκρα της.

Αυτή η κουζίνα με στενεύει. Το κρασί μού κάθεται στο λαιμό. Μεθούν οι λέξεις, όχι εγώ. Έχω μια ατομικότητα στην οποία προσπαθώ να προσδώσω νόημα. Ο Κέρουακ έδωσε μια ατομικότητα στο νόημα, δήλωσε εν ολίγοις ότι ο καθένας είναι ποιητής της φαντασίας και της αλήθειας του. Αυτό είναι ένα πράγμα που ο σύγχρονος κόσμος το αρνείται κατηγορηματικά. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος: η ατραπός της άνευ όρων παράδοσης των πνευματικών (και συνάμα) των εμπειρικών μας όπλων. Για τους Μπητ, ένα καλοξυσμένο μολύβι αντιστοιχούσε σε μια βόμβα υδρογόνου. Μια βαθιά ανάσα εκκίνησης σε κάποιο ανήμερο νυχτερινό επαρχιακό δρόμο της μοναχικότητας άξιζε, όσο για άλλους, μια μίζερη σιγουριά της καριέρας στην καθημερινότητα. Πρέπει να βγω απ' την κουζίνα.

Τον Οκτώβριο έχουμε τον θάνατό του στο ημερολόγιο. Του Αποδημήσαντος ανήμερα κάμποσοι γίνονται στουπί – άλλοι κλείνονται και θυμούνται και είναι λυπημένοι, κάποιοι νεότεροι βάζουν στο μυαλό τους το γεγονός διαβάζοντας κάποιο σημείωμα βιογραφικό ή έναν πρόλογο – ένας Οκτώβρης, τότε που ερημώνουν δρόμοι. Απίστευτος τυμπανιστής της εποχής του, ο Κέρουακ, έδωσε ρυθμό με τη τζαζ, σαν πλάστης έδωσε μορφή με τους διαμελισμένους καθρέφτες των λέξεων του, μετεωρολόγος της φρενίτιδας και του αεικίνητου, προέβλεψε και έσπειρε ανεμοστρόβιλους συναισθημάτων. Ο Κέρουακ μάς χάρισε έναν Βούδα του άστεως, της νεωτερικότητας – καθώς κι έναν Χριστό που συλλογίζεται το κενό. Τι να σημαίνουν όλα αυτά σήμερα;

Μετακομίζω βιαστικά στο γραφείο μου. Βλέπω τον Κέρουακ να κρέμεται συνοφρυωμένος στον τοίχο. Ο ήχος του φελλού. Έσταξε κόκκινο πάνω στο χαρτί μου. «Ο κοκκινωπός μακρόστενος ήλιος δύει στο σημάδι των 98.2 μιλίων». Κάποιοι μάς λένε επίμονα ότι οι αγνοί τρόποι, οι ορέξεις και τα συναισθήματα κείτονται στη σκόνη, χωρίς νόημα, χωρίς αξία για το σήμερα. Έτσι μπορούν κάποιοι να γευθούν την «ηδονή» ότι εξουσιάζουν τις μέρες όλων μας. Το μολύβι όμως μπορεί να είναι τέλεια ξυσμένο, και ο αδέσποτος δρόμος της ενημερότητας να χαράζει συχνά πυκνά μες στα μυαλά σου. Άσπρο πάτο!

Από τον Κέρουακ δυστυχώς, ελάχιστα, πήραμε, κι έτσι ελάχιστα, σχεδόν τίποτα δεν του αποδώσαμε. Ο τελευταίος ίσως μιας απίστευτης γενιάς θρυλικών συγγραφέων δικαιώθηκε παρόλα αυτά περίτρανα: τώρα που έχουμε χάσει κάθε μπούσουλα, τώρα που μοιάζει να είναι κάθε μέρα η τελευταία μας ώρα, τώρα που οι ψίθυροι και οι λιτανείες ξεπέρασαν το σφρίγος, την τόλμη και το ποιητικό ρίσκο. Ό,τι κι αν σκεφτούμε, υπάρχει στις εφημερίδες~ ό,τι κι αν ποθήσουμε, το δείχνει η τηλεόραση – Τίποτα δεν θα σκαρφιστούμε, δεν θα επινοήσουμε;

Την ώρα του χαμού του κεράτινου ήλιου, πίσω από νότια καλαμπόκια, πίσω από νότιες σιδηρογραμμές που ελίσσονται σε ακατέργαστους κάμπους που δεν περνά πλέον κανείς, πέρα από κάποιο ζαχαρωτό σύννεφο, κυκλοφορεί ακόμη η σκιά του Κέρουακ. Ο συντετριμμένος βλέπει τα πιο ισχυρά οράματα, εκείνα τον οδηγούν σε μια νέα δυνατότερη φώτιση. Ο αρχετυπικός μπητ μετουσιώνει τον κλονισμό και την πίκρα του σε ποιητικές λαβές ανατροπής. Η ψυχή του ρομαντισμού, η ψυχή της ποίησης.

Γράφω λίγα μέτρα από την παραλιακή λεωφόρο, νυχτερινά τάνκερ έχουν πυγολαμπίδων φώτα. Φλαςςςςς! το κύμα. Ο καπνός του τσιγάρου ανεβαίνει φτιάχνοντας σκαλοπάτια στο πουθενά. Πένθιμοι τόνοι καταλήγουν σε μακρόσυρτες κορώνες. Τζακ, είσ’ εδώ; Στη ζωή αυτού που γράφει είναι μονίμως σαν να βρέχει. Κατακλυσμοί. Ο Κέρουακ φορούσε κίτρινο αδιάβροχο διασχίζοντας τις εθνικές των βουνών. Άλλος ένας νεκρός σύντροφος στης βιβλιοθήκης το ράφι; Ωω, μα όλοι θα πεθάνουμε κάποια μέρα, δεν είναι αυτό όμως το ζήτημα. Όση Ψυχή έσπρωξε μέσα μας ο Τζακ θα πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα σαν χρυσός σολομός για πάντα – στα τέκνα μας που ελπίζουμε να είναι ιερά, και στα τέκνα τα απώτερα. Αέναα.

Σκοτείνιασε για τα καλά. Ο μόχθος της γραφής δίνει νόημα. Οι αντίποδες, παραμένουν και αυτοί ζωντανοί. Μια παλαβή επαγωγή. Ο κόσμος νυχτώνει κι ελπίζω να δω άστρα. Έγειρα να πιάσω το ανοιχτήρι του κρασιού, και με την πρώτη τα κατάφερα. «Κάτι καλό μέλλει να βγει απ’ όλα τα πράγματα. Και θα ’ναι χρυσό και αιώνιο, έτσι ακριβώς – Δεν χρειάζονται άλλα λόγια». Είμαστε τόσο θλιμμένοι – θλιμμένε Τζακ, safe in heaven dead......Εις υγείαν!

Γιάννης Λειβαδάς

+

Στο "Βακχικόν για τον Τζακ Κέρουακ διαβάστε :