24 Σεπ 2007

Γιώργος Μπλάνας : Απάνθισμα Στίχων - Μέρος Α'







Ο Γιώργος Μπλάνας θεωρείται από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του '80. Γεννήθηκε στα 1959 στην Αθήνα, μεγάλωσε στο Αιγάλεω, όπου ζει μέχρι και τις μέρες μας.. Εμφανίστηκε στη ποίηση στα 1987 με τη συλλογή "Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή"(Εκδόσεις Υάκινθος). Ακολούθησαν οι συλλογές : "Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου"(Εκδόσεις Διάττων, 1990), "Νύχτα"(Εκδόσεις Νεφέλη, 1991), "Παράφορο"(Εκδόσεις Δελφίνι, 1997), "Άννα"(Εκδόσεις Ερατώ, 1998), "Η Απάντησή του"(Εκδόσεις Νεφέλη, 2000), "Επεισόδιο"(Εκδόσεις Νεφέλη, 2002), "Τα Ποιήματα του Προηγούμενου Αιώνα"(Εκδόσεις Ερατώ, 2004).

- Σημαντικότατη είναι και η προσφορά του στην αγγλική μετάφραση. Εμφανίστηκε με τη συλλογή "Περιπέτειες στο Εμπόριο Δέρματος" του Ντύλαν Τόμας από τις Εκδόσεις Ροές στα 1986. Του ίδιου ποιητή έχει επιμεληθεί επίσης τις μεταφράσεις : "Κι ο Θάνατος δεν θα 'χει πια Εξουσία"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 2002), "Το Χρώμα της Λαλιάς"(Εκδόσεις Ερατώ, 2003). Έχει επίσης μεταφράσει τους παρακάτω συγγραφείς και ποιητές : Τσαρλς Μπουκόβσκι["Η Αγάπη είναι ένας Σκύλος απ' τη Κόλαση"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1986), "Υπεραστικό Μεθύσι"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1987), "Βρώμικος Κόσμος"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1988), "Τοστ Ζαμπόν"(Εκδόσεις Γράμματα - 1990), "Τρόμου και Αγωνίας Γωνία"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1994), "Αστυνομικό"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1996)] , Λώρενς Φερλινγκέτι["Λαϊκά Μανιφέστα"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος - 1988)], Άλλεν Γκίνσμπεργκ["Ουρλιαχτό"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος - 2002)], Γκρέγκορυ Κορσό["Βενζίνη"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος - 1989)], Κομπαγιάσι Ίσσα["Μύγες και Βούδες"(Εκδόσεις Γαβριηλίδης - 2002)], Ουίλλιαμ Μπλέηκ["Τα Τραγούδια της Αθωότητας"(Εκδόσεις Ερατώ - 2002), "Το Βιβλίο της Θελ"(Εκδόσεις Ερατώ - 2003), "Τα Τραγούδια της Πείρας"(Εκδόσεις Ερατώ - 2004)], Αμπροούζ Μπηρς["Το Αλφαβητάρι του Διαβόλου"(Εκδόσεις Ηλέκτρα - 2004), "Ιστορίες Φαντασμάτων"(Εκδόσεις Ηλέκτρα - 2005)], Ματσούο Μπασό["Μόνο τα Όνειρά μου συνεχίζουν"(Εκδόσεις Ερατώ - 2002)], Χένρυ Τζέιμς["Οι Φίλοι των Φίλων"(Εκδόσεις Ροές - 1998)], Αλέξανδρος Πούσκιν["Ο Νέγρος του Μεγάλου Πέτρου"(Εκδόσεις Ερατώ, 2006)]. Επιπλέον στο link http://yorgosblanas.blogspot.com/ βρίσκουμε ποικίλες μεταφράσεις από Έζρα Πάουντ, Χανς Αρπ, Καρλ Μαρξ, Ρόκε Ντάλτον, Κένεθ Ρέξροθ, Λου Χσουν, Β.Β. Χλεμπνίκοφ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, Μπασαβάννα, Δαβίδ Μπουρλιούκ, Αντρέι Μπιέλυ, Σιμόν Μπολιβάρ, Στήβεν Κρέην, Ιναγκάκι Ταρούχο, Αντρεί Βοζνισένσκι, Ουίλλιαμ Σέξπρη, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.ά

- Έχει επίσης επιμεληθεί τα εξής : "Ποίηματα και Θρύψαλα" του Αρχίλοχου(κλασσική και βυζαντινή γραμματεία)(Εκδόσεις Γαβριηλίδης - 2001), "Ομήρου Ιλιάδα : A', I', K'(Eκδόσεις Γαβριηλίδης - 2000 - 02), τη μελέτη "Φώτης Αγγουλές"(Εκδόσεις Γαβριηλίδης - 2001) καθώς επίσης και τρια παιδικά βιβλία : "Παραμύθια από την Ελληνική Πεζογραφία"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1997), "Παραμύθια από την Παγκόσμια Ποίηση"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1997), "Η Ερωτική Ιστορία του Καλλίμαχου και της Χρυσορρόης"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1997).

*Θα παρουσιάσουμε στίχους του Γιώργου Μπλάνα από τις 4 πρώτες ποιητικές συλλογές, οι οποίες συγκεντρώθηκαν στα 2004 από τις Εκδόσεις Ερατώ στη συλλογή "Τα Ποιήματα του Περασμένου Αιώνα".

Α. Η Ζωή Κολυμπά Σαν Φάλαινα Ανύποπτη Πριν Τη Σφαγή [1987]

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΠΟΥΓΑΔΑ ΑΠΛΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ.
Οι ποιητές κοιμούνται σαν πουλιά
μέσα στην αίσια γαλήνη των δασών.
Το χιόνι απλώνει τα μαλλιά του
στα ξύλινα μάτια τους
η βροχή μουλιάζει την καρδιά τους
κι ο ήλιος στεγνώνει τις σκέψεις τους
στα ξέφωτα.
Αργούτσικα το απόγευμα
ένας γαλάζιος παππούλης
μαζεύει στίχους διπλώνοντάς τους
σαν κατάλευκα σεντόνια.
*
Η ΖΩΗ ΚΟΛΥΜΠΑ ΣΑΝ ΦΑΛΑΙΝΑ ΑΝΥΠΟΠΤΗ ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΦΑΓΗ.
Η αγάπη τρέφει τη ζωή,
ο θάνατος πορεύει την αγάπη.
Σέρνουν οι πόθοι την τυφλή
καρδιά τους σ’ ένα τόπο τυφλό,
πληθαίνοντας τους ίσκιους του χρόνου,
τσιρίζοντας μια γλώσσα θερισμένη
απ’ την αλύπητη ταχύτητα του πάθους.
Πάνω, σκοτάδι μουγκό:
η σάρκα του κήτους, θολή
και πιο πάνω, ψηλά: η γαλήνη
να λιάζεται σαν γάτα γκαστρωμένη
στα σκαλιά του Παραδείσου.
*
EIS AIONA TUI SUM O MEA VITA
Ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας σου μοιάζει.
Ακολουθούν: τα νησιά,
με το πράσινο τρίχωμα των βράχων να σαλεύει στο βυθό,
οι ακρογιαλιές, πιο πέρα τα δέντρα βουβά
στις ποδιές των βουνών
κι ακόμα μακρύτερα οι πόλεις
ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

Β. Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά Σου [1990]

Τώρα, Κύριε, γνωρίζω πως ήταν η μορφή σου
μες στη γλυκεία παράδοση του δειλινού.
Θυμάμαι τον πατέρα μου όρθιο στην πόρτα της αυλής,
με τ’ ανθηρά του χέρια να θροΐζουν
στις τσέπες του παντελονιού.
Δε σκέπτεται τίποτε ή το πολύ-πολύ
πως θα πρέπει να μπαλώσει τη σκεπή
τώρα που άνοιξε ο καιρός.
Κι όμως, κάτι σε κείνο το βαθύ
γαλάζιο του απογεύματος τον πείθει
πως νίκησε το θάνατο -
κάτι σαν αίσθηση άνεσης
μέσα στα φρεσκογυαλισμένα του παπούτσια.
*
Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια σου,
ακούγοντας το χρόνο να δουλεύει
με βουλιμία στης νύχτας την καρδιά.
Μικρή παρηγοριά
τα δύσκαρπά σου δάχτυλα κι ακόμη
μικρότερη η απαντοχή των λιγοστών σου φύλλων.
Όμως δεν πέρασε ποτέ απ΄ το νου μου
πως θα μπορούσα να χαθώ σ’ αυτόν τον κόσμο,
πλανούμενος σ’ ένα δάσος αυτόχειρων προσδοκιών.
Όμως δε σκέφτηκα ποτέ πως θα μπορούσε
όλη αυτή η επίμονη κατεργασία του χρόνου να κενώσει
πίστεις και βεβαιότητες,
σχήματα, χρώματα κατακτημένα.
Αφέθηκα, δε σκέφτηκα, μ’ ακόμη ελπίζω
στην αναπόφευκτη ανθηρότητά σου.
*
Χάνομαι τώρα· με τρομάζει
κάθε του φύλλου κίνημα και κάθε
του άνεμου στεναγμός με συνταράζει.
Πώς γίνομαι έτσι αδύναμος
μπρος στην αφεύγατη παρουσία του χρόνου;
Σπέρνω θανάτους στα όνειρα μου και πασχίζω
να κρατηθώ απ’ την απάθεια των βλαστών.
Τσιρίζεις όμως άξαφνα την αγωνία του αγριμιού
κι όταν ζυγώνει ο πανικός,
λυσσομανώντας κάμαρες πεισματικά βουβές,
χάνεσαι απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα των ημερών μου.

Γ. Νύχτα [1991]

Κάποτε, κάπου, όμως: σε χρόνο καίριο,
σάμπως τα λόγια να ’χουν τον καιρό τους·
κι ένας, που νομιζότανε πουλί στις φυλλωσιές,
κι άλλος, που συχνογύριζε ’λάφι στις ερημιές,
ακούνε τη φωνή τους.
Μα εγώ μονάχα που άκουγα
ό,τι από τις σκέψεις μου έφερν’ η ακοή τους.
*
Κάποτε θα ’φευγες, και θα ’μουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έμαθε
κάποτε, κάπου, μια φορά,
ένα μονάχα τρόπο να ’ναι ·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
μια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, μια φορά,
να μας συντρίψουν.
(Κι όμως, καθένας έμαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)
Κάποτε θα ’φευγες · πως ήταν
κάποια στιγμή που φάνηκε να σμίγουν
δρόμοι σαφώς ασύμβατοι, δεν έχει σημασία:
νύχτα, κι η νύχτα, μια φορά
τουλάχιστον, θα κάμψει την κάθε διαφορά.
Όσο για μας: αυτό που φεύγει και μακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ’ ό,τι φεύγεται και μένει.
*
Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!
Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου λόγια
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο απλά και πάντα γλυκύτατα βουβό.

Δ. Παράφορο! [1997]

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΕΝΤΙΜΟΣ ΓΡΑΦΕΑΣ ΝΕΤΦΑΛ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΠΑΡΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΔΥΟ ΣΤΗΝ ΟΥΡ.
Μάρτυς μου ο Θεός!
Θα ’χα κάνει τη γραφίδα μου κομμάτια, αν δεν μπορούσα
να χαράξω στο λαιμό σου το σημάδι της αγάπης
ζωντανό˙ σαν τη φωτιά που φυλακίζει
το σχήμα του σ’ αυτόν τον ανυπόφορο πηλό
(αγύμναστο στη γλώσσα και στην παράφορα της).
Φαντάζομαι πως η γραφή θα γίνει κάποτε κάτι ιδιαίτερα λεπτό
και η σιωπή αλύπητη στην αναγνωσιμότητα της.
Ως τότε, νύχτες σαν κι αυτή τη χθεσινή
θα προωθούν την παλαιά τέχνη του δισταγμού:
εκείνος να υπαγορεύει με φωνή επιβλητική
κτήματα, δούλους, ζωντανά κι εσύ να σπαρταράς
μες στην ασπράδα αυτού του άγραφου λαιμού,
κοιτάζοντας επίμονα την άναρθρη τελετουργία της γραφίδας.
Μπορούσα να σε σκότωνα! Δεν το ’κανα.
Υπήρξα έντιμος γραφέας, θα συνεχίσω!
Ξέρω πως όπου οι άλλοι δε θα βλέπουν
παρ’ ένα ακόμη σημάδι μετρικό,
εσύ θ’ αναγνωρίζεις: «Σε θέλω, μου ανήκεις, σ’ αγαπώ!»
Βλέπεις, σε λάτρεψα και κάπως έπρεπε να το αποσιωπήσω.
*
ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΝ.
Δίκαια ζητάς ν’ αποτινάξω κάθε σκέψη αναβολής,
καθετί το βολικό και να παλέψω.
«...στον κόσμο αυτό ριχτήκαμε σαν ξένοι !
κι αν όχι ήδη ανεπαρκείς
απ’ τη δριμύτητα της πτώσης επαρκώς σημαδεμένοι...»
Όμως τα λόγια σου με ξάφνιασαν σχεδόν.
Γυμνός ακόμα απέναντι στη μοχθηρία του λόγου
δεν έχω ν’ αντιτάξω
παρά την άκαρπη προφάνεια μιας σάρκας επιβλητικής.
Πάντα με κείνα τα υστερόβουλα:
«Τις αναποδιές που συνάντησα τις αποσιωπώ!»
και «Μονάχα τη φιλοσοφία αγαπώ!»
ύστερα «Ας κάνει ο καθένας τη δουλειά που ξέρει! «
Ασφαλώς
θα συμφωνήσεις πως δε γίνεται να πάρεις πίσω
το δρόμο που σε οδήγησε στην επικράτεια της φωνής σου,
ούτε να εγείρεις αξιώσεις
σε κάθε επιτυχή χρησικτησία της σιωπής σου.
[Η Σκέψη παραείναι ασθενική για να τολμήσει το αληθές
του λόγου της και η Πράξη:
επίδειξη μιας άγνοιας παρηγορητικής.]
Λοιπόν, με ποιας ακύρωσης την ένταση
να διασύρεις την πληγή σου;
Βλέπεις πως μου απομένει η σιωπή.
Όσο κι αν είναι δύσκολο εντέλει να σωπάσω,
σ’ αυτήν την απροκάλυπτη ολιγαρχία των πραγμάτων: εξαγριώνονται συχνά, με την αδέκαστη ευκρίνεια τους
κάτι περισσότερο από ενοχή
για τη σαφήνεια όσων δε θέλησα ποτέ να πω:
χνάρια μιας απουσίας μάχιμης εντούτοις.
Πιάσε εσύ το νήμα απ’ την αρχή.
Βγάλε συμπέρασμα απ’ αυτόν
τον κουρνιαχτό των φαντασμάτων.
Εγώ τουλάχιστον δεν είμαι από πέτρα κι η ζωή μου
δεν ήταν πάντα από χρυσό:
ν’ αφήσει πάνω μου το αγκάλιασμα της
εκείνη τη λάμψη που κάνει τη νύχτα γλυκιά,
μες στην απίστευτη καταδρομή της.
Νιώθω πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να ’ναι το σπίτι μας.
Η εξορία μας ίσως; Πάει καλά!
θα μας χωρέσει ή θα τον χωρέσουμε.
θα μας αφανίσει ή θα τον αφανίσουμε.
Καυγάς να σου πετύχει!
Κατάλαβε με. Νυχτώνει.
«...μια ακόμα ανήλικη βροχή σκύβει με πάθος πάνω απ’ τους αρχαίους πευκώνες...»
Θα σωπάσω. Κι ας μείνω ανεύθυνος μες στους αιώνες.
*
ΚΑΡΛ ΚΡΑΟΥΣ: ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ ΕΣΤΕΤ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΒΛΑΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ.
Δεν κοιμάμαι ποτέ τα μεσημέρια.
Δίνω μεγάλη σημασία στην ικανότητα του κεφαλιού μου
να υπάρχει χάριν ενός κομψού κεφαλιού,
πέρα από κάθε χοντροκομμένη φυλλομέτρηοη
οποιουδήποτε επίτομου ονείρου.
Οι κουβέντες στα κουρεία τα μεσημέρια
είναι σαφής απόδειξη πως τα κεφάλια
υπάρχουν χάριν των μαλλιών:
όχι όσο θα έπρεπε χυμώδη,
αλλά τουλάχιστον κομψά.
[Πώς μπορεί ένα κεφάλι να είναι χυμώδες,
διατηρώντας τη θέση του;
Καταλαβαίνετε τι εννοώ!]
Όταν βλέπω τους άλλους να κουρεύονται, ζω
την μπαρμπέρικη ακρίβεια ενός Διευθυντηρίου:
οι διαφωνίες μακραίνουν σαν τρίχες στα κεφάλια
των διαφωνούντων. Όταν πρέπει να τις κόψεις,
τις κόβεις όσο γίνεται πιο... χαμηλά.
Η Δημοκρατία είναι μια τέτοια προσπάθεια:
να περνάς το μεσημέρι σου ασχολούμενος με τρίχες,
για ν’ αποφύγεις τον άτριχο εγκυκλοπαιδισμό
ενός περίπλοκου ονείρου.
Υπάρχουν άνθρωποι που βραχνιάζουν
αν δεν ανοίξουν το στόμα τους
και άνθρωποι που αποφεύγουν συστηματικά
τις κουβέντες. Εγώ απλώς διαλέγω
αυτούς που θα επιθυμούσα ν’ αποφύγω.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον
να περιμένεις ένα μικρό λάθος του κουρέα·
εξαιρετικά διαφωτιστικό θα μπορούσα να πω
και ιδιαίτερα δημοκρατικό
στους Μοντέρνους Καιρούς που ζούμε!
Όσο γι’ αυτούς που μπορούν να ερμηνεύσουν τα όνειρα τους…
Μέσα σε ένα άδειο κεφάλι,
μπορεί να χωρέσει όλος ο Αριστοτέλης,
οι αριστοτελικοί,
οι επίγονοι,
οι αρνητές,
οι σχολιαστές,
οι υπομνηματιστές κλπ.
μερικών αιώνων.
Εγώ προτιμώ να μην κοιμάμαι ποτέ τα μεσημέρια.
*Τα βιβλία του Γιώργου Μπλάνα, υπάρχουν και σε μορφή .pdf(Free Download) στο blog http://yorgosblanas.blogspot.com/

(Επίμετρο : Νέστορας Ι. Πουλάκος)