19 Σεπ 2007

"Αφιέρωμα : Σκηνοθέτες : I. Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993)" - Ίκαρος Μπαμπασάκης


Πως το είπε ο Χρήστος Βακαλόπουλος να δεις…πάνω κάτω έτσι:
Υπάρχει μια γενιά ανθρώπων που παραμένουν εγκλωβισμένοι μέσα στο όνειρο που έκαναν για τη ζωή τους, όταν ήταν ακόμα νέοι· στο πώς φαντάστηκαν τον εαυτό τους· σ’ ένα σχέδιο που δεν τους βγήκε. Και δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτήν την εικόνα, κι αρρωσταίνουν μέσα σ’ αυτό το όνειρο. Γι’ αυτό και πρέπει να το εγκαταλείψουν.
("Play it again, Χρήστο", Σ. Καπλανίδης, 2006)

Θα μπορούσε να ειπωθεί για τον πρωταγωνιστή του σημερινού κειμένου, για τον πολυτάλαντο και πολύπτυχο Χρήστο Βακαλόπουλο κάτι που ειπώθηκε για έναν άλλο πολυσχιδή καλλιτέχνη και διανοητή, τον Αλεξάντερ Τρόκκι: ότι ήταν τυχερός, γιατί είχε όμορφους φίλους και γενναίες γυναίκες. Πράγματι, ο Βακαλόπουλος περιβαλλόταν πάντα από εξόχως ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, από ευφυείς ανθρώπους που ξεχώριζαν για την ομορφιά και την πρωτοτυπία τους. Ακόμα κι όταν έκανε παρέα με κάποιον που κατά τι υστερούσε, είχε το χάρισμα να αντλεί τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του, να τα βγάζει στο φως, να κάνει στον άλλον δώρο τον καλύτερό του εαυτό, τον καλύτερο εαυτό του άλλου, εννοείται. Ο Βακαλόπουλος ήταν σκηνοθέτης, κριτικός, δοκιμιογράφος, συγγραφέας, παραγωγός αλησμόνητων ραδιοφωνικών εκπομπών και, κυρίως, άνθρωπος της πιάτσας, άνθρωπος της αγοράς, εξαίσιος καφενόβιος, αγκυροβολημένος στο παρόν, ένας άντρας του ενεστώτος χρόνου, καθώς λέει και ο φίλος του Νίκος Φατούρος. Και, βέβαια, ήταν ο σημαντικός εμψυχωτής μιας γενιάς, μάλλον της «φράξιας» μιας γενιάς που θέλησε, πότε από ένστικτο και πότε με ψύχραιμη λογική, να μην δεχθεί τίποτε ως δεδομένο, να ανακαλύψει εκ νέου το κέντρο του κόσμου, περνώντας από τις καλύτερες στιγμές του ροκ εντ ρολ στα πιο όμορφα και μεστά κινηματογραφικά πλάνα, με ενδιάμεσους σταθμούς τις πολύτιμες σελίδες κάμποσων πολύτιμων βιβλίων.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος γεννήθηκε πριν από μισόν αιώνα στην Αθήνα. Την παιδική του ηλικία και την εφηβεία του τις γιορτάζει, επινοώντας, όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, τον ίδιο του τον εαυτό, ως έργο τέχνης, ως μια παλλόμενη ευαίσθητη μεμβράνη που καταφέρνει να δεξιωθεί την αθωότητα και να την αναγάγει σε μέγιστο υποδοχέα των όμορφων στιγμών της μουσικής, του κινηματογράφου, της ίδιας της ζωής ως ονείρου που το ονειρευόμαστε με ανοιχτά τα μάτια και με την καρδιά πάντα ορθάνοιχτη. Η Κυψέλη θα είναι τότε, και θα παραμείνει, το γεωγραφικό Άλεφ του Βακαλόπουλου, ο μαγικός τόπος όπου τα πάντα μπορούν ανά πάσα ώρα και στιγμή να συμβούν. Όπως αργότερα η Πάτμος, η Κυψέλη θα είναι το απόλυτο ορμητήριο και εφαλτήριο αυτού του ταλαντούχου δημιουργού. Από κει θα εφορμά για το Παρίσι, από κει θα κάνει τα καρποφόρα ταξίδια του, πότε προς την αρθρογραφία, πότε προς τα ραδιοφωνικά στούντιο, πότε προς το βυνίλιο, πότε προς το σελιλόντ.

Από νωρίς, από πολύ νωρίς, είχε χαράξει την περιπετειώδη του πορεία προς ένα χειροποίητο και αυτοσχέδιο σύμπαν, καμωμένο από τους ήρωες της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, με αέναο σάουντρακ τις πιο άδολες μελωδίες του ροκ εντ ρολ. Δεν είναι τυχαίο ότι λατρεύει τους Kinks, την υπέροχη μπάντα του Ρέι και του Ντέιβ Ντέιβις, και μάλιστα θα κάνει μια θαυμάσια εκπομπή, σε δύο μέρη, γι’ αυτούς στο Τρίτο Πρόγραμμα, τον Δεκέμβριο του 1979, παρακαλώ, όταν οι πάντες είχαν λησμονήσει τέτοιες μπάντες και γοητεύονταν είτε από τη μεγαλομανία των λεγόμενων δεινοσαύρων του ροκ είτε από το κιτς της μελοποιημένης ποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ σπουδάζει οικονομικά, όπως πολλοί από την διευρυμένη οικογένειά μας, (μια αλλόκοτη φυλή, απαρτιζόμενη από κυκλοθυμικούς διανοούμενους, πότες συγγραφείς, θαρραλέες ερωμένες, καλλίγραμμες ηθοποιούς, αυτομαθείς εμπειρογνώμονες, αυτοσχέδιους επαναστάτες, και ανειδίκευτους σοφούς), έλεγε και ξανάλεγε με κάθε ευκαιρία, «Όχι στα λεφτά, καλύτερα να ζούμε μόνο με καφέ»!

Από νωρίς, λοιπόν, ο Βακαλόπουλος βγαίνει να δοκιμαστεί στον κόσμο, στη συνάφεια, στην παρέα. Συνεργάζεται με τον «Θούριο», το έντυπο της Ελληνικής Κομμουνιστικής Νεολαίας «Ρήγας Φεραίος», είναι ένας από τους βασικούς αρθρογράφους στο καλύτερο ελληνικό περιοδικό για το σινεμά, τον «Σύγχρονο Κινηματογράφο», και δημοσιεύει κείμενα τηλεοπτικής κριτικής στην εφημερίδα «Αυγή». Το 1980, κατόπιν παραγγελίας των εκδόσεων «Υπό Σκέψη», συνθέτει το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ» που πάραυτα θα κάνει αίσθηση τόσο για τις αναφορές του στο νουάρ και στο ροκ εντ ρολ όσο και για την εκρηκτική, καίτοι ελεγχόμενη και ψύχραιμη, επινοητικότητά του. Παράλληλα συνεργάζεται με την Μαριτίνα Πάσσαρη, τον Νίκο Σαββάτη και την Μαρία Μήτσορα στη συγγραφή του σεναρίου της τηλεταινίας «Τα ξαδέλφια» του Νίκου Κουτελιδάκη, που ήταν και μία από τις πρώτες της ελληνικής τηλεόρασης.
Ακολουθεί η περίοδος του Παρισιού. Ο Χρήστος παρακολουθεί μαθήματα κινηματογράφου στη Σορβόννη με δάσκαλο τον μεγαλειωδώς σεμνό και σεμνά μεγαλειώδη σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ. Ο οποίος Ρομέρ με ένα χαϊκού, ένα κοάν μάλλον, όπως λέγονται οι ερωταποκρίσεις στον βουδισμό Ζεν, θα φέρει τον νεαρό ταλαντούχο αντιμέτωπο με την έσω αλήθεια του. Στις ερωτήσεις του «από πού είστε» και τι «θέλετε», ο Βακαλόπουλος απαντάει «Ελλάδα» και «κινηματογράφος». Ο Ρομέρ τότε, με αιφνιδιαστική απλότητα, αντιγυρίζει: «Πρέπει πρώτα να μάθετε ποιος είστε». Κατά μία έννοια, ο Χρήστος αυτό έκανε ανέκαθεν, αλλά πλέον θα το κάνει μεθοδικά, συστηματικά, και βέβαια γλεντώντας το!

Η πάντα σε επιφυλακή οξύνοιά του συνδυάζεται αρμονικότατα με τη διάθεση της εκάστοτε παρούσας στιγμής, μπαίνει στο παιχνίδι το ένστικτο, αυτό που για τον Χρήστο ήταν ένα είδος δημιουργικής νοσταλγίας του μέλλοντος, ενός μέλλοντος που ίσως δεν έρθει ποτέ αλλά αξίζει τον κόπο να το τραγουδήσεις. Την ίδια εποχή αρρωσταίνει από τη νόσο του Χότζκιν. Και όλοι ξέρουμε με ποια ψυχραιμία, ποιο χιούμορ και ποιο μακροβούτι στην αλήθεια και τη δημιουργικότητα αντιμετώπισε την ασθένεια. Ιδού τι γράφει στο δεύτερο μυθιστόρημά του, στους «Πτυχιούχους»: «Της απάντησα ότι η ζωή είναι μικρή, κι ενώ είναι βέβαια ανώφελο να βιάζεις τα πράγματα, δεν είναι κακό να σταματάς όταν συναντάς κάτι, να στέκεις εκεί και να το περιεργάζεσαι, καμιά φορά προχωρείς λίγο περισσότερο και την κάνεις ψώνιο». Και ακόμα αποκαλούσε με ποιητική ευφυΐα το παρελθόν μεγάλο φλας μπακ που περιφέρεται με μια κουκούλα στο κεφάλι και τρομοκρατεί τον κόσμο. Ο Χρήστος καταβυθίζεται στο παρελθόν για να μαντέψει ένα μέλλον και, προπάντων, για να ζήσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση, μελαγχολία, ειρωνεία, έμπνευση και αγάπη το παρόν. Θέλει να επιμηκύνει τα δευτερόλεπτα. Και το καταφέρνει γράφοντας, κάνοντας εκπομπές, σκηνοθετώντας, και συζητώντας με τους δεκάδες φίλους του. Και, φυσικά, με το να ερωτεύεται διαρκώς, ή, για να είμαστε πιο κοντά στην αληθινή αλήθεια, απολαμβάνοντας το απαστράπτον γεγονός ότι έκανε όλα τα όμορφα κορίτσια να τον ερωτευτούν. Και να τον αγαπήσουν!

Το 1984 αρχίζει να κάνει σινεμά. Γράφει και σκηνοθετεί τις «Βεράντες». Δύο χρόνια μετά, θα δημιουργήσει το «Θέατρο», δεύτερη ταινία μικρού μήκους, και στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Βακαλόπουλος θα μας προσφέρει την «Όλγα Ρόμπαρτς», πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Ενδιαμέσως κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «Πτυχιούχοι» (1984) και τη συλλογή αφηγημάτων «Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες» (1988). Άνθρωπος της παρέας και της συλλογικότητας πάντα, θα συνεργαστεί με τον Σταύρο Τσιώλη, στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας «Σχετικά με τον Βασίλη», όπου πρωταγωνιστεί ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, και στη συγγραφή του σεναρίου «Η γυναίκα που έβλεπε όνειρα» του Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Ό,τι κι αν κάνει, το κάνει με ενθουσιασμό μπολιασμένο με μεθοδικότητα. Σε αντίθεση με την πλειονότητα της γενιάς μας, αλλά και της ελλαδικής κοινωνίας εν γένει, ο Χρήστος εμμένει στη λεπτομέρεια, στο φαινομενικά ασήμαντο, στο τάχατες τετριμμένο, και ανακαλύπτει εκεί φως, ζωή, παλμό, αλήθεια. Όπως συχνά έλεγε και έγραφε, ζούμε στην εποχή της πορνογραφίας, των καρτ-ποστάλ, της καρατόμησης των συγκινήσεων, της ισοπέδωσης των συναισθημάτων μέσα σε μια ιλουστρασιόν φαινομενικότητα. Ο Βακαλόπουλος αποστρεφόταν τις ready-made ιδέες, τις «προκάτ» πραγματικότητες, το ετοιματζίδικο κοστούμι της όποιας ιδεολογίας. Ήξερε να ελίσσεται ανάμεσα σε βιβλία, τραγούδια, ταινίες, φίλους, ερωμένες και συνεργάτες εμπνεόμενος και, πιο πολύ, εμπνέοντας, δίχως ποτέ να εγκλωβιστεί στο όποιο δέλεαρ. Η μεγάλη προσφορά του Βακαλόπουλου έγκειται ακριβώς στο ότι έκανε χρυσάφι ό,τι άγγιζε, κι αυτό γιατί πάντα επέμενε στην αλήθεια της στιγμής, πάντα ήξερε να ανακαλύπτει την ομορφιά του άδολου, πάντα κατάφερνε να περισώζει το αθέατο, αυτό που είναι καλά κρυμμένο στις κατακόμβες της λεγόμενης επίσημης πραγματικότητας. Και βεβαίως πάντα επέμενε να συνομιλεί. Ναι, μυούσε τον συνομιλητή του σε ένα θάλπος (που φαινομενικά δεν περίσσευε στον Χρήστο), και έκανε τις συναναστροφές ακόμη πιο νοήμονες, ακόμη πιο ενδιαφέρουσες.

Χωρίς ποτέ να καταφεύγει στα γνώριμα «ελληνικά» μελοδραματικά τεχνάσματα, ο Βακαλόπουλος μπόρεσε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Πολύ. Δεν είναι τυχαίο ότι κάμποσοι έγραψαν ποιήματα και αφηγήματα αντλώντας την έμπνευσή τους από το Χρήστο. Μεταξύ άλλων, ο μακαρίτης Ηλίας Λάγιος, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης. Ο Κωστής Παπαγιώργης μάλιστα έγραψε το συγκινητικό και ανεπίληπτο βιβλίο «Γεια σου, Ασημάκη».

Ο Χρήστος ήταν προπαγανδιστής. Διαισθανόταν κάτι, συνελάμβανε μιαν ιδέα, συγκινιόταν από μια μελωδία ή μιαν εικόνα, και ήξερε μετά – είχε το σχέδιό του, όπως λέγαμε παλιά – να σε κάνει με τον καλύτερο τρόπο κοινωνό της εμμονής ή της προτίμησής του. «Κατέβαζε γραμμή» ο Βακαλόπουλος, είτε αγορεύοντας, πάντα χαμηλόφωνα όταν εμείς οι άλλοι μάλλον θορυβούσαμε, είτε μιλώντας στις ραδιοφωνικές του εκπομπές, είτε γράφοντας άρθρα (στο Σύγχρονο Κινηματογράφο, στην Αυγή, στο Αντί) – ακόμη και στα μυθιστορήματά του. Τον άκουγες ή τον διάβαζες, κι έτρεχες να ξανακούσεις τους Kinks και τον Μπομπ Ντύλαν, να ξαναδιαβάσεις τον Ρέιμοντ Τσάντλερ και την Πατρίτσια Χάισμιθ, να ξαναδείς ταινίες του Σταύρου Τορνέ, του Βιμ Βέντερς ή του μεγάλου Νίκολας Ρέι (κατά προτίμηση το «Johnny Guitar»). Και προπαγάνδιζε χωρίς να το πάρεις είδηση, όχι τόσο γιατί ήταν χαμηλόφωνος όσο γιατί διέθετε περίσσια το ταλέντο να σε δελεάζει υποκρινόμενος ότι συμφωνεί σε χοντρικές γραμμές μαζί σου, να «πηγαίνει με τα νερά σου», και, την κρίσιμη στιγμή, να προσθέτει ένα σημείο στίξεως που τα ανέτρεπε όλα, μια τάχατες δευτεροκλασάτη λεπτομέρεια που λειτουργούσε σαν βόμβα βραδυφλεγής, μια απειροελάχιστη αντίρρηση που σου άλλαζε άρδην τον προσανατολισμό, αλλά αργότερα, χωρίς να το καταλάβεις, ανεπαισθήτως.

Πιστός στις εκάστοτε προσηλώσεις του, ο Βακαλόπουλος λόγω καλλιέργειας, ευφυΐας και διαίσθησης, μπόρεσε να μείνει πάντα μια σκέψη και μια φωνή ελεύθερη, εξαιρετικά πρωτότυπη, γενεσιουργός. Υπερασπίστηκε ό,τι αγάπησε, και μάλιστα ώθησε κι άλλους να το αγαπήσουν. Παρότι φαινομενικά φλεγματικός, πάντα πράος έως ψυχρότητας, και εξόχως διακριτικός, ο Βακαλόπουλος κατάφερε να ανάψει σε μιαν ολόκληρη γενιά κάποιες φωτιές που είμαι σίγουρος ότι δεν θα σβήσουν εύκολα. Δεν είναι και λίγο να μετατοπίζεσαι, χωρίς να το καταλάβεις καλά-καλά, από τον Κάπταιν Μπήφχαρτ και τον Φρανκ Ζάππα στον Μάκη Χριστοδουλόπουλο και την Οπισθοδρομική Κομπανία! Και δεν σου το συγχωρούν εύκολα, όχι μόνον οι άλλοι αλλά ακόμη και ο εαυτός σου καμιά φορά!
Αυτό που πάντα με γοήτευε στον Χρήστο ήταν ο συνδυασμός μιας βαθιάς, έστω κι αν άργησε να έρθει, γνώσης του ποιοι είμαστε αλήθεια και πού πάμε στο λατρεμένο και μισημένο νεοελληνικό μας κουβουλάχατο (μέσα στο οποίο είχε το θαυμάσιο ταλέντο να ανακαλύπτει αστραφτερά διαμάντια) και σε μιαν ακοίμητη επινοητικότητα που έτρεχε με χίλια χιλιόμετρα την ώρα. Ήδη στα είκοσι τέσσερά του, στο μυθιστόρημα «Υπόθεση Best-Seller», τον διαβάζουμε, ή μάλλον, τον ακούμε (γιατί πάντα έγραφε σαν μας μιλάει ο Χρήστος) να λέει: «Σκεφτόμαστε με τον Άλκη να γράψουμε ένα μυθιστόρημα στους δρόμους. Θα γράφαμε ένα κομμάτι στη γωνία Ιπποκράτους και Λασκάρεως κι από κάτω θα γράφαμε: η συνέχεια στη γωνία Ιπποκράτους και Κομνηνών. Όλοι οι τοίχοι της πόλης θα γέμιζαν με τα κομμάτια του μυθιστορήματος. Για μια βδομάδα όλα τα αυτοκίνητα θα κυκλοφορούσαν από γωνία σε γωνία για να διαβάσουν τις συνέχειες».
Το 1991, ο Βακαλόπουλος εκδίδει το τρίτο του μυθιστόρημα, ίσως ό,τι πιο μεστό και συγκινητικό μπόρεσε να μας δωρίσει, τη «Γραμμή του Ορίζοντος». Την επόμενη χρονιά, θριαμβεύει, παρέα με τον Σταύρο Τσιώλη, γράφοντας μαζί και σκηνοθετώντας την ταινία «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε». Στις 29 Ιανουαρίου του 1993, θα μας θα αναχωρήσει για τις ταινιοθήκες του ουρανού, θα πάει να συναντήσει εκεί μερικούς απ’ τους αγαπημένους ήρωές του.

Με την εμμονή του στην καθημερινότητα, μανιακός παρατηρητής της ζωής και αναγνώστης εφημερίδων, ο μακαρίτης φίλος μας Χρήστος Βακαλόπουλος ήξερε να ανασύρει ό,τι πολύτιμο, ό,τι ακριβό.