26 Σεπ 2007

"Αφιέρωμα : Σκηνοθέτες : IΙ. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Ο Φιλόσοφος της Οθόνης" - Ίκαρος Μπαμπασάκης


Τον είπαν ανατόμο της ψυχής, χαρτογράφο της αλλοτρίωσης, αποκωδικοποιητή των συγκρουσιακών σχέσεων στη σύγχρονη εποχή. Κι ακόμα, δύσκολο και στριφνό σκηνοθέτη, βαρύ και αργό. Αλλά ήταν γνήσιος καλλιτέχνης, και κάθε γνήσιος καλλιτέχνης ξέρει να αρνείται την ταξινόμηση, να ελίσσεται ανάμεσα στα στερεότυπα και τα θέσφατα, και να εκφράζει όσο πιο έξοχα καταφέρνει αυτά που σκιρτούν στην ψυχή, αυτά που θάλλουν στο μυαλό του. Όσοι είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε βλέποντας κατάπληκτοι το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», αυτό το γλυκόπικρο εγκώμιο των νιάτων, προτιμούσαμε να τον λέμε ποιητή του κάλλους και, τώρα που έφυγε, να θυμόμαστε ότι οι δημιουργίες του όσα κοινά κι αν είχαν, ήταν μοναδική η καθεμία τους, και άλλοτε έθιγαν κρίσιμα πολιτικά ζητήματα, όπως η «Ντροπή» ή το «Αυγό του Φιδιού», άλλοτε ανέλυαν την απουσία του Θεού, όπως η «Έβδομη Σφραγίδα» και οι «Κοινωνούντες», ενώ άλλοτε βυθομετρούσαν την υπαρξιακή αγωνία, όπως οι «Άγριες Φράουλες», ή «Περσόνα» και το «Κραυγές και Ψίθυροι».

Προσωπικά, θέλω να τον θυμάμαι σαν έναν φοβερό και τρομερό, μα μειλίχιο πάντα, αθλητή της τέχνης και της ζωής, έναν αθόρυβο ρέκορντμαν που άφησε εποχή με τις επιδόσεις του. Παρέα με τον αειθαλή, εν ζωή ακόμη και σε λίγους μήνες αιωνόβιο Μανοέλ ντε Ολιβέιρα και τον προσφάτως μακαρίτη, στα 95 του χρόνια, Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Μπέργκμαν έσπασε ρεκόρ αντίστασης στο πέρασμα του χρόνου, αρνούμενος να επιτρέψει στη φθορά να τον οδηγήσει στη σιωπή. Στις σχεδόν εννέα δεκαετίες της ζωής του κατόρθωσε να σκηνοθετήσει 60 ταινίες του λεγόμενου ποιοτικού σοβαρού κινηματογράφου και πάνω από 170 θεατρικά έργα και όπερες, χώρια τα σενάρια και τις ραδιοφωνικές παραγωγές του. Επίσης, κατόρθωσε να κάνει 5 γάμους και ορισμένες πολύ γόνιμες ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου, ανάμεσα στις οποίες αυτές με ερμηνευτικούς κολοσσούς όπως η Χάριετ Άντερσον, η Μπίμπι Άντερσον και η Λιβ Ούλμαν. Καρπός των γαμήλιων και μη δεσμών του ήσαν τουλάχιστον 9 παιδιά, εκ των οποίων μία ηθοποιός, 5 σκηνοθέτες κινηματογράφου, ένας αεροπόρος, και 2 συγγραφείς. Κι ακόμα, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε ο νεότερος διευθυντής θεάτρου στην Ευρώπη, όταν ανέλαβε το θέατρο της πόλης Χέλσινμποργκ σε ηλικία μόλις 26 ετών. Στα ρεκόρ του μεγάλου Σουηδού καλλιτέχνη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τις μακροχρόνιες συνεργασίες του με τους αγαπημένους του ηθοποιούς και διευθυντές φωτογραφίας, καθώς και αυτό των απίστευτα χαμηλών προϋπολογισμών για τη δημιουργία των αριστουργημάτων του.

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου του 1918, στην Ουψάλα της Σουηδίας. Ο πατέρας του, ο Έρικ, ήταν επίσκοπος και μάλιστα διετέλεσε προσωπικός εφημέριος του βασιλέα της χώρας, συνεπώς φυσικό ήταν να επιχειρήσει να γαλουχήσει τον γιο του με άκαμπτες θρησκευτικές αρχές. Αλλά μία τράμπα απ’ αυτές που κάνουν τα παιδιά όταν βαριούνται κάποια παιχνίδια τους υπήρξε καταλυτική για τον μικρό Ίνγκμαρ: άλλαξε τα μολυβένια στρατιωτάκια του με μια διαλυμένη laterna magica, προσχώρησε στην αθεΐα, και προχώρησε στο καλλιτεχνικό έργο, στήνοντας παραστάσεις μόνος του, παίζοντας με μαριονέτες έργα του Στρίντμπεργκ, πλάθοντας έναν δικό του κόσμο, ένα ιδιωτικό σύμπαν. Και ήταν μόλις εννιά χρονών! Δεν είναι τυχαίο ότι αυτόν ακριβώς τον τίτλο, Laterna Magica, έδωσε στην αυτοβιογραφία του, έξι δεκαετίες αργότερα.

Στα δεκαεννιά του χρόνια, ο Μπέργκμαν αρχίζει σπουδές τέχνης και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, αλλά ουσιαστικά περνάει τις ώρες του μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες, ένας «εθισμένος της οθόνης», όπως είπε ο ίδιος, ερωτεύεται μια κοπέλα, διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον πατέρα του, και εγκαταλείπει τα αμφιθέατρα για τα καλά, έχοντας ήδη γράψει μερικά θεατρικά έργα και μία όπερα. Εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στο θέατρο, ανεβάζει ένα δικό του έργο, τον «Θάνατο του Κάσπαρ», συμμετέχει στη συγγραφή σεναρίων, κυριεύεται από τον ίλιγγο της δημιουργίας.

Σκηνοθετεί ταινίες που αρχικά μοιάζουν με χαμόγελα, βαφτισμένες σε έναν θερινό λυρισμό και μία ποιητική αισιοδοξία, όπως φανερώνουν άλλωστε και οι τίτλοι τους: «Καλοκαιρινά Παιχνίδια», «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», «Χαμόγελα Καλοκαιρινής Νύχτας». Αποθεώνεται στις Κάννες στο 1955, καταβυθίζεται σε υπαρξιακούς προβληματισμούς, και αποσβολώνει τον κινηματογραφικό κόσμο με δύο καίρια χτυπήματα ολκής, την «Έβδομη Σφραγίδα», αυτήν την αγωνιώδη παρτίδα σκάκι της ζωής ενάντια στο θάνατο, μια παρτίδα που παίζει ο ιππότης Αντόνιους Μπλοκ ενάντια στο Χάρο, και τις «Άγριες Φράουλες», το ταξίδι του γηραιού καθηγητή Μποργκ μες στον λαβύρινθο των αναμνήσεων. Αρχίζουν οι πάντες να μιλούν για την εικαστική αριστοτεχνία του Μπέργκμαν, για τη φιλοσοφική του σκευή, για τις συγκλονιστικές περιπλανήσεις του στα σκοτεινά τοπία της ψυχής.

Ο Σουηδός μαιτρ εγκαινιάζει τη δεκαετία του 1960 με τον τρόπο που της αρμόζει, με έναν τρίπτυχο στοχασμό πάνω στην αλλοτρίωση, τις συναισθηματικές εντάσεις, τη διαλεκτική των διακυμάνσεων του νου. Μας δονεί με την λεγόμενη «Τριλογία της Σιωπής», δηλαδή με το «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη»(1961), τους «Κοινωνούντες» (1962), και την συνταρακτική «Σιωπή» (1963), που δίχασε, και ακόμη διχάζει, τους θεατές της, όντας το φιλοσοφικό, βαθιά ανθρώπινο, καίτοι αινιγματικό φαινομενικά, μανιφέστο του Μπέργκμαν. Και εδώ, όπως και στις μετέπειτα δημιουργίες του, ο μεγάλος σκηνοθέτης επιμένει ότι μπορούμε να διατηρούμε την ελπίδα ακόμα και μέσα στο σκότος, μπορούμε να εμμένουμε στην ανθρώπινη ουσία μας ακόμα και σε συνθήκες καταρράκωσης του αυτοσεβασμού μας, μπορούμε να διατηρούμε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας ακόμα και μέσα στην πιο ζοφερή θλίψη.

Ακολουθούν ταινίες που μοιάζουν να αδιαφορούν για την επιτυχία ή την αποτυχία, αλλά, απεναντίας, είναι προσηλωμένες στα όσα ταλανίζουν την ύπαρξη. Η «Persona», το 1966, η καθηλωτική «Ντροπή», το 1968, που για ορισμένους παραμένει το κρυφό του αριστούργημα, το «Κραυγές και Ψίθυροι», το 1972, οι «Σκηνές από ένα γάμο», το 1973, το «Αβγό του Φιδιού», το 1977, ακόμα μία δημιουργία που προκάλεσε θύελλα συζητήσεων και που μοιάζει να είναι ο επί της οθόνης διάλογος του Μπέργκμαν με τον Βισκόντι και τους «Καταραμένους» του, όπως ακριβώς η «Τριλογία της Σιωπής» αποτελεί έναν κρίσιμο διάλογο του Σουηδό με τον Ιταλό ομότεχνό του, τον Αντονιόνι και την δική του «Τριλογία της Αλλοτρίωσης» που απαρτίζεται από την «Περιπέτεια», τη «Νύχτα» και την «Έκλειψη».

Ο Μπέργκμαν θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στο Μόναχο ύστερα από μιαν επονείδιστη δίωξη των αρχών εναντίον του για φοροδιαφυγή. Αν και τελικά απαλλάχτηκε, ποτέ δεν έκρυψε την πικρία του για το εξευτελισμό που υπέστη. Παρά το σοκ και την αρχική του απόφαση να περάσει στη σιωπή, θα αναλάβει και θα μας προσφέρει αθάνατα φιλμ, όπως η «Φθινοπωρινή Σονάτα», το «Φάννυ και Αλέξανδρος» και το «Μετά την Πρόβα», ενώ δεν θα σταματήσει να καταπιάνεται με το θέατρο, να γυρίζει τηλεταινίες, όπως το «Saraband» που αποτελεί τη συνέχεια, ύστερα από τρεις δεκαετίες, του «Σκηνές από ένα γάμο», να γράφει σενάρια, να συμπαρίσταται στις δημιουργικές προσπάθειες νεαρών του φίλων και συνεργατών.

Ο μεγάλος Σουηδός δημιουργός, που επηρέασε γενιές φημισμένων πια σκηνοθετών, που άφησε την ποιητική σφραγίδα του στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Ιουλίου του 2007, στο θρυλικό πια νησί Φάρο, όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Με κάθε του ταινία, με κάθε του πλάνο, πέρασε στην αθανασία.

(Το κείμενο του Ίκαρου Μπαμπασάκη για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δημοσιεύτηκε στο Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας αρχές Σεπτέμβρη του 2007.)